Ο άντρας της Ετσούκο, Ριοσούκε, πέθανε πρόσφατα από τυφώδη πυρετό, και δεν μπορεί στα σίγουρα να πει κατά πόσο νιώθει χαρούμενη ή λυπημένη, μια και ο μακαρίτης την απατούσε ασύστολα. Ακόμη και στην κηδεία του νιώθει να τα έχει χαμένα, να μην καταλαβαίνει στ’ αλήθεια γιατί είναι εκεί. Πήγε απλά και μόνο για να κάνει το καθήκον της ή, μήπως για να επιβεβαιώσει τις σκέψεις της στιγμής; «Δεν ήρθα για να αποτεφρώσω τον άντρα μου», αναλογιζόταν, «αλλά για να αποτεφρώσω τη ζήλεια μου».
Όπως και νάχει, ο άντρας της τώρα είναι πια νεκρός, κι αυτή έχει εγκαταλείψει τη μεγάλη πόλη, το Τόκιο και έχει μετακομίσει στην εξοχή, στην περιοχή της Οσάκα, όπου τώρα ζει με την οικογένεια του μακαρίτη. Ο πατριάρχης, Γιακίτσι Σουκιμότο, ένας ηλικιωμένος πια άντρας, νιώθει μεγάλη αδυναμία για τη χήρα, και δεν χάνει ευκαιρία να την έχει δίπλα του. Ενώ η γλώσσα του κόβει σαν ξυράφι όταν έχει να κάνει με τα άλλα μέλη της οικογένειας, εκείνης της συμπεριφέρεται σχεδόν πάντα με το γάντι. Το μόνο που δεν γνωρίζει ότι η Ετσούκο έχει ήδη χαρίσει την καρδιά της σε άλλον, στον νεαρό ρωμαλέο τους υπηρέτη, τον Σαμπούρο. Ο τελευταίος δεν είναι παρά ένας άνθρωπος της γης, ένα χωριατόπαιδο δεκαοκτώ μόλις χρόνων, και σαν τέτοιο δεν έτρεφε καμία ελπίδα ότι θα μπορούσε να βρεθεί στην αγκαλιά της, όπως κι εκείνη δεν έτρεφε καμία ψευδαίσθηση ότι θα βρισκόταν στη δικιά του. Ωστόσο η Ετσούκο «έβρισκε στη ματαιότητα των ελπίδων της κάποιες ιδιαίτερες έννοιες». Τι έννοιες ή ποια νοήματα ήταν αυτά μοναχά η ίδια μπορούσε να νιώσει, να καταλάβει.
Η ζωή στην εξοχή, παρά τις αρχικές της επιφυλάξεις, τελικά της άρεσε. Πού και πού της έλειπαν οι μεγάλες λεωφόροι και ο θόρυβος της πόλης, αλλά έβρισκε κατευναστικές τις καθημερινές της ρουτίνες, την έκαναν να ξεχνιέται. Έκανε λοιπόν τις δουλειές του σπιτιού που της αναλογούσαν, καθόταν στο τραπέζι του φαγητού με το γέρο, το γιο του Κενσούκο και τη γυναίκα του Κιέκο, και την Ασάκο, ο άντρας της οποίας βρισκόταν κάπου στη Σιβηρία, και ονειρευόταν – σαν ρομαντικό κοριτσάκι ονειρευόταν.
Όπως είναι φυσικό όμως από το σπιτικό δεν έλειπαν οι αντιπάθειες κι οι ζήλειες. Όλοι ζήλευαν για τον ένα ή τον άλλο λόγο την Ετσούκο, ενώ εκείνη ζήλευε τον Σαμπούρο, τον άντρα που μάλλον δεν θα μπορούσε ποτέ να κάνει δικό της, τον άντρα που κάποτε θα ένιωθε ότι την πρόδωσε, κι ας μην της ανήκε – αυτόν που σύντομα θα ένιωθε πόθο για μια γυναίκα, την οποία όμως δεν θα αγαπούσε.
«Τα παρατεταμένα πάθη κάνουν τον άνθρωπο ηλίθιο», διαβάζουμε κάπου και η ηρωίδα μας κάποια στιγμή θα νιώσει ακριβώς έτσι. Θα νιώσει ηλίθια επειδή πίστεψε σε ένα όνειρο και σε κάποιες υποσχέσεις που ποτέ δεν δόθηκαν. Και σαν να μην έφτανε αυτό σύντομα θα έφτανε στο σημείο να προκαλέσει την απέχθεια ακόμη και στο Γιακίτσι, που θα δεν θα δίσταζε να την παρομοιάσει «με ένα όμορφο έκζεμα».
Το τέλος της καλογραμμένης και γλυκόπικρης αυτής ιστορίας θα βρει τους ήρωές μας σε κάποια τραγικά της ζωής σταυροδρόμια. Κάποιοι θα επιλέξουν τα σωστά μονοπάτια και κάποιοι τα λανθασμένα. Αλλά η γη θα εξακολουθεί να γυρίζει και η ζωή να συνεχίζεται – με όλα τα μικρά ή και μεγαλύτερα δράματά της.
Showing posts with label μυθιστόρημα. Show all posts
Showing posts with label μυθιστόρημα. Show all posts
Monday, February 6, 2012
Tuesday, October 18, 2011
Kaori Ekuni – Twinkle Twinkle
Το Twinkle Twinkle είναι η ιστορία ενός γάμου που κάθε άλλο παρά συνηθισμένος είναι. Ο Μουτσούκι, ο γαμπρός, είναι αυστηρά γκέι, ενώ η νύφη, η Σιόκο, είναι ψυχολογικά ασταθής και αλκοολική, εξ ου και ο γάμος τους δεν είναι παρά μια φάρσα – ή μάλλον πρόκειται για ένα σώου με πρωταγωνιστές τους ίδιους και θεατές τους γονείς τους, που σχεδόν τους τον επέβαλαν, πιστεύοντας απόλυτα ότι ο θεσμός θα τους έσωζε από τα πάθη τους.
Η συγγραφέας μας δίνει την ιστορία της μέσα από τις πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις των δύο πρωταγωνιστών, σε εναλλάξ κεφάλαια.
Η Σιόκο, που βγάζει τα προς το ζην κάνοντας μεταφράσεις από τα ιταλικά, αποτελεί εξαιρετικό υλικό για ένα συγγραφέα, αφού η προσωπικότητά της θα μπορούσε να χαρακτηριστεί τουλάχιστον… πολύχρωμη. Είναι κυκλοθυμική, ανοιχτόμυαλη, ανασφαλής, αντικοινωνική, κατανοητική, σιωπηλή και ναι, ολίγον τρελή. Της αρέσει να ακούει μουσική και να τραγουδά δυνατά, να κοιτά αμίλητη για ώρες ένα πίνακα και να ποτίζει ένα δέντρο που τους χάρισε ο Κον, ο εραστής του Μουτσούκι, με τσάι και ντοματοχυμό. Η σχέση της με τον άντρα της θα μπορούσε να χαρακτηριστεί πολύ καλή, αφού δεν της ζητά και τίποτα το ιδιαίτερο ο κακομοίρης: μόνο να σιδερώνει τα σεντόνια προτού πάνε για ύπνο.
Ο Μουτσούκι από την άλλη πλευρά είναι ένας καθόλα συνηθισμένος άντρας, εκτός φυσικά από το ότι «δεν είναι άντρας», όπως τον κατηγορεί όταν μαθαίνει την αλήθεια ο πεθερός του. Γιατρός στο επάγγελμα, είναι αυτό που θα λέγαμε «τύπος και υπογραμμός». Είναι μανιακός με την καθαριότητα, καλός επαγγελματίας, πιστός εραστής και με το δικό του ιδιαίτερο τρόπο αγαπά τη Σιόκο πολύ. Αν και ο γάμος τους έγινε για τα μάτια του κόσμου και μόνο, τον αντιμετωπίζει σαν μια ευλογία. Εξάλλου όπως λέει κι εκείνη: «Σε γάμους σαν και τον δικό μας δεν υπάρχει κάτι το οποίο να φοβάται κανείς».
Ωστόσο τα πράγματα δεν είναι ακριβώς τέλεια. Ο Μουτσούκι πού και πού αναστατώνεται με τις εκκεντρικότητες και τις εκρήξεις θύμου και θλίψης της Σιόκο, ενώ εκείνη δεν αντέχει καθόλου την τάση του να είναι «πάντα τόσο καλός». Όλα της τα επιτρέπει, όλα της τα συγχωρεί, κι αυτό τη συγχύζει, κι ας του επιτρέπει κι αυτή τα πάντα (να του συγχωρέσει δεν έχει τίποτα, αφού ποτέ δεν την στεναχωρεί).
Η Σιόκο είναι μια απελπισμένη ψυχή που πιστεύει ότι ποτέ δεν θα νιώσει πραγματικά ευτυχισμένη. Ο ψυχίατρος, τον οποίο συμβουλεύεται εδώ και χρόνια, της είπε παλαιότερα ότι ο γάμος θα αποτελούσε τη λύση για τα (ψυχολογικά) προβλήματά της. Τώρα της λέει ότι ένα παιδί θα της προσέφερε την ολοκλήρωση. Το ίδιο πιστεύει και η μοναδική της φίλη η Μιζούχο. Ωστόσο αυτή δεν θέλει παιδί, να γεμίσει το κενό μέσα της θέλει. Εξάλλου, στη σκέψη και μόνο του πόσο κακή μητέρα θα ήταν αν αποκτούσε όντως παιδί, τρομάζει. Πώς να γεμίσει όμως εκείνο το κενό; Πώς να σκοτώσει εκείνο το κάτι που την κάνει να νιώθει μόνη, ακόμη κι όταν βρίσκεται ανάμεσα στο πλήθος; Ο άντρας της πιστεύει ότι πρέπει να βρει εραστή, προσπαθεί μάλιστα να τη βοηθήσει για να το κάνει, ξαναφέρνοντας στο προσκήνιο τον πρώην φίλο της, τον Χανέκι («Αγαπούσα το σύννεφο της θλίψης που έσκιαζε το μέτωπό του», λέει γι’ αυτόν η Σιόκο), αλλά η λύση που απαιτείται είναι πιο ριζοσπαστική και τελικά είναι εκείνη η ίδια που θα τη βρει. Μια λύση που θα συμπληρώσει και των δυο τους τα κενά.
Αυτό είναι ένα μυθιστόρημα διαφορετικό, ασυνήθιστο, που όμως καταπιάνεται με το πιο συνηθισμένο αλλά και μυστηριώδες θέμα: των ανθρώπων τις ψυχές. Καλογραμμένο και ιδιόρρυθμο, σαν και τους πρωταγωνιστές του, έχει πολλά να πει στο σύγχρονο αναγνώστη.
Τιμήθηκε με το βραβείο Murasaki Shikibu, ενώ ο τίτλος του είναι εμπνευσμένος από ένα ποίημα του Yasuo Irizawa.
Wednesday, September 14, 2011
Shuichi Yoshida – Villain
Όπως και να το δει κανείς τα αστυνομικά μυθιστορήματα των γιαπωνέζων συγγραφέων διαφέρουν πολύ απ’ αυτά των αμερικανών και των ευρωπαίων. Οι ανατολίτες μοιάζουν να ενδιαφέρονται περισσότερο για την ψυχολογική κατάσταση των εγκληματιών παρά για το ίδιο το έγκλημα και ο Yoshida στο Villain δεν ξεφεύγει από τον κανόνα αυτό. Αντίθετα μας χαρίζει ένα μυθιστόρημα όπου η λύση στο γρίφο δίνεται σχετικά νωρίς, αλλά που καταφέρνει να κρατήσει το ενδιαφέρον μας ζωντανό από την πρώτη μέχρι και την τελευταία σελίδα περιγράφοντας τον έσω κόσμο των ηρώων του, αλλά και τις περιπέτειες δύο από αυτούς.
Όλα αρχίζουν όταν κάποιος ανακαλύπτει το πτώμα μιας νεαρής γυναίκας σ’ ένα απομονωμένο ορεινό αυτοκινητόδρομο. Το όνομα της κοπέλας είναι Yoshino Ishibashi και οι ύποπτοι για τη δολοφονία της είναι δύο. Ο ένας είναι ένας πλούσιος γυναικάς ονόματι Keigo Masuo, με τον οποίο, σύμφωνα με τα λεγόμενα της ίδιας της κοπέλας στις φιλενάδες της, διατηρούσε σχέσεις, ενώ ο άλλος είναι κάποιος κτίστης, ο Yuichi Shimizu, ο οποίος έχει μανία με τα αυτοκίνητα, ενώ του αρέσει κιόλας να γνωρίζει γυναίκες μέσω εξειδικευμένων σελίδων στο ίντερνετ.
Ο συγγραφέας κάνοντας μικρές αναδρομές στην ιστορία των βασικών πρωταγωνιστών, αλλά και της νεκρής κοπέλας, φέρνει στην επιφάνεια σκοτεινά μυστικά και ψέματα και μας μιλά για τη σύγχρονη κοινωνία, στην οποία οι σχέσεις ανάμεσα στα δύο φύλλα γίνονται όλο και πιο δύσκολες, αλλά και περίπλοκες. Γράφει ακόμη για την αλαζονεία, τη μοναξιά, τη ματαιοδοξία, για τα μεγάλα όνειρα που δεν τους είναι γραφτό να γίνουν πραγματικότητα, για τα διαφορετικά πρόσωπα του έρωτα. Και δεν χαρίζεται στους ήρωές του. Τους ταλαιπωρεί σωματικά, τους βασανίζει ψυχολογικά, μοιάζει να προσπαθεί να τους αναγκάσει με το έτσι θέλω να ρίξουν μια καλή ματιά στον καθρέφτη. Τι θα δουν εκεί; Το σκοτάδι και την απόγνωσή τους.
Ωστόσο το βιβλίο αυτό δεν καταπιάνεται μοναχά με τις ψυχές, αλλά θέτει και ηθικά διλήμματα, μοιάζει να ρωτά τον αναγνώστη: «Ποιος είναι περισσότερο ένοχος, αυτός που σκότωσε και ζει μέσα στις ενοχές, ή αυτός που οδήγησε στο έγκλημα και δεν δίνει μία γι’ αυτό που συνέβηκε;» Το πώς φτάσαμε ως εδώ μοιάζει επίσης να τον απασχολεί, οι σύγχρονες μικρές απελπισίες μας. Ο αγώνας για μια αξιοπρεπή ζωή, η έλλειψη ελεύθερου χρόνου, ο πολιτισμός του γρήγορου σεξ, η απομόνωση, η ανάγκη των ανθρώπων ν’ αγαπούν και ν’ αγαπιούνται.
Θα λέγαμε ότι εδώ δεν έχουμε τόσο πολύ να κάνουμε με ένα αστυνομικό θρίλερ όσο με ένα οδοιπορικό στις ψυχές και στις μικρές, καλές ή κακές, στιγμές κάποιων ανθρώπων, ή ακόμη και μια ιστορία έρωτα με άσχημο τέλος. Όλα έρχονται από κάπου και καταλήγουν κάπου, φαίνεται να λέει ο συγγραφέας. Και για να γίνει πειστικός κάνει αναφορές στις διάφορες μικροϊστορίες που διαμορφώνουν το μέλλον των ηρώων του. Ηρώων που δεν διαφέρουν και πολύ από εμάς. Εκεί που οι αποστάσεις και οι πολιτισμικές διαφορές μας χωρίζουν, η τεχνολογία και τα παγκόσμια συμπτώματα μιας ατέρμονης μοναξιάς μας ενώνουν. Έτσι η εκεί ιστορία μπορεί ανά πάσα στιγμή να γίνει εδώ.
Ένα μυθιστόρημα καλογραμμένο και καίριο, που έχει πολλά να πει στο σύγχρονο αναγνώστη.
Όλα αρχίζουν όταν κάποιος ανακαλύπτει το πτώμα μιας νεαρής γυναίκας σ’ ένα απομονωμένο ορεινό αυτοκινητόδρομο. Το όνομα της κοπέλας είναι Yoshino Ishibashi και οι ύποπτοι για τη δολοφονία της είναι δύο. Ο ένας είναι ένας πλούσιος γυναικάς ονόματι Keigo Masuo, με τον οποίο, σύμφωνα με τα λεγόμενα της ίδιας της κοπέλας στις φιλενάδες της, διατηρούσε σχέσεις, ενώ ο άλλος είναι κάποιος κτίστης, ο Yuichi Shimizu, ο οποίος έχει μανία με τα αυτοκίνητα, ενώ του αρέσει κιόλας να γνωρίζει γυναίκες μέσω εξειδικευμένων σελίδων στο ίντερνετ.
Ο συγγραφέας κάνοντας μικρές αναδρομές στην ιστορία των βασικών πρωταγωνιστών, αλλά και της νεκρής κοπέλας, φέρνει στην επιφάνεια σκοτεινά μυστικά και ψέματα και μας μιλά για τη σύγχρονη κοινωνία, στην οποία οι σχέσεις ανάμεσα στα δύο φύλλα γίνονται όλο και πιο δύσκολες, αλλά και περίπλοκες. Γράφει ακόμη για την αλαζονεία, τη μοναξιά, τη ματαιοδοξία, για τα μεγάλα όνειρα που δεν τους είναι γραφτό να γίνουν πραγματικότητα, για τα διαφορετικά πρόσωπα του έρωτα. Και δεν χαρίζεται στους ήρωές του. Τους ταλαιπωρεί σωματικά, τους βασανίζει ψυχολογικά, μοιάζει να προσπαθεί να τους αναγκάσει με το έτσι θέλω να ρίξουν μια καλή ματιά στον καθρέφτη. Τι θα δουν εκεί; Το σκοτάδι και την απόγνωσή τους.
Ωστόσο το βιβλίο αυτό δεν καταπιάνεται μοναχά με τις ψυχές, αλλά θέτει και ηθικά διλήμματα, μοιάζει να ρωτά τον αναγνώστη: «Ποιος είναι περισσότερο ένοχος, αυτός που σκότωσε και ζει μέσα στις ενοχές, ή αυτός που οδήγησε στο έγκλημα και δεν δίνει μία γι’ αυτό που συνέβηκε;» Το πώς φτάσαμε ως εδώ μοιάζει επίσης να τον απασχολεί, οι σύγχρονες μικρές απελπισίες μας. Ο αγώνας για μια αξιοπρεπή ζωή, η έλλειψη ελεύθερου χρόνου, ο πολιτισμός του γρήγορου σεξ, η απομόνωση, η ανάγκη των ανθρώπων ν’ αγαπούν και ν’ αγαπιούνται.
Θα λέγαμε ότι εδώ δεν έχουμε τόσο πολύ να κάνουμε με ένα αστυνομικό θρίλερ όσο με ένα οδοιπορικό στις ψυχές και στις μικρές, καλές ή κακές, στιγμές κάποιων ανθρώπων, ή ακόμη και μια ιστορία έρωτα με άσχημο τέλος. Όλα έρχονται από κάπου και καταλήγουν κάπου, φαίνεται να λέει ο συγγραφέας. Και για να γίνει πειστικός κάνει αναφορές στις διάφορες μικροϊστορίες που διαμορφώνουν το μέλλον των ηρώων του. Ηρώων που δεν διαφέρουν και πολύ από εμάς. Εκεί που οι αποστάσεις και οι πολιτισμικές διαφορές μας χωρίζουν, η τεχνολογία και τα παγκόσμια συμπτώματα μιας ατέρμονης μοναξιάς μας ενώνουν. Έτσι η εκεί ιστορία μπορεί ανά πάσα στιγμή να γίνει εδώ.
Ένα μυθιστόρημα καλογραμμένο και καίριο, που έχει πολλά να πει στο σύγχρονο αναγνώστη.
Tuesday, July 26, 2011
Kobo Abe – The Ark Sakura
Στο The Ark Sakura βασικός πρωταγωνιστής είναι ένας άντρας που είναι γνωστός σαν ο Τυφλοπόντικας ή απλά σαν το Γουρούνι και ο οποίος προσπαθεί να προσλάβει 385 άτομα, που θα αποτελέσουν τη πλήρωμα της κιβωτού του. Όντας σίγουρος ότι το τέλος του κόσμου πλησιάζει, μοιάζει αποφασισμένος να δώσει τα εισιτήρια επειγόντως σε κάποιους ανθρώπους, κάτι που δεν αποδεικνύεται και τόσο εύκολο. Η τύχη του ωστόσο μοιάζει ν’ αλλάζει όταν γνωρίζει ένα έμπορο εντόμων, σπάνιων και μη. Σ’ αυτόν, τον Κομόνο, θα δώσει το πρώτο εισιτήριο, ενώ άλλα δύο σύντομα θα αφαιρεθούν από την κατοχή του, καθώς θα κλαπούν από έναν ελκυστικό άντρα, που είναι γνωστός σαν ο πρόεδρος, κι ένα όμορφο νεαρό κορίτσι, του οποίου το όνομα δεν θα μάθουμε ποτέ. Και τότε η περιπέτεια αρχίζει. Μια περιπέτεια γεμάτη ευτράπελες καταστάσεις, θεωρίες συνομωσίας, αγωνία, γέλιο και πολλές ανατροπές.
Το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας διαδραματίζεται στο εσωτερικό της κιβωτού, που είναι ενσωματωμένη σε ένα βουνό. Εκεί, οι τέσσερις βασικοί πρωταγωνιστές συζητάνε, τσακώνονται, τα βρίσκουν και τα χάνουν. Πρόκειται για τόσο αντίθετους φαινομενικά χαρακτήρες, που η συνύπαρξή τους κάθε άλλο παρά εύκολη θα αποδειχτεί. Ο καθένας με τις ιδιοτροπίες, τα μυστικά και τα ψέματά του. Ο καθένας με τη δική του ατζέντα. Ακόμη και η προοπτική της σωτηρίας δεν φαίνεται να είναι αρκετή για να τους συμφιλιώσει. Στο μεταξύ είναι και κάτι άλλο που ανάβει τα αίματα εκεί μέσα: η ομορφιά της γυναίκας. Η σχέση της με τον πρόεδρο παραμένει αδιευκρίνιστη, ο Κομόνο δεν χάνει την ευκαιρία να της τα ρίχνει, ενώ και ο τυφλοπόντικας, παρά το υπερβολικό βάρος και τη φυσική ντροπαλότητά του, δεν μένει αδιάφορος. Φτάνει μάλιστα στο σημείο να της βάλει χέρι.
Οι εντάσεις μεγάλες, και θα γίνουν ακόμη μεγαλύτερες όταν ο πρόεδρος θ’ ανακαλύψει ότι στην κιβωτό υπάρχουν κάποιοι κατάσκοποι. Ποιοι είναι και γιατί βρίσκονται εκεί; Και πώς μπόρεσαν να βρουν την είσοδο και να μπουν μέσα αποφεύγοντας όλες τις παγίδες; Αλλά, εδώ που τα λέμε, τα κατάφεραν ο πρόεδρος και το κορίτσι πηγαίνοντας εκεί με ταξί, πώς να μην το κατόρθωναν οι άλλοι;
Όσο περνά η ώρα τόσο περισσότερο και μοιάζει να ξεφεύγει η κατάσταση. Οι ήρωές μας συζητούν αδιάκοπα, συνωμοτούν, βάζουν τρικλοποδιές ο ένας στον άλλο και το φιλοσοφούν. «Έτσι εξελιχθήκαμε από τους πιθήκους: μαθαίνοντας να χρησιμοποιούμε το μυαλό μας για να ξεφεύγουμε απ’ τις ζόρικες καταστάσεις», λέει ο ένας, ενώ ο άλλος τονίζει ότι: «Η ελευθερία είναι κάτι που πρέπει να ανακαλύψεις μόνος».
Στο μεταξύ στο προσκήνιο εμφανίζονται και κάποια νέα πρόσωπα ή και ομάδες: ο μοναδικός φίλος του Τυφλοπόντικα στον έξω κόσμο, με τον οποίο συνεργάζεται κιόλας σε μια παράνομη επιχείρηση, ο πατριός του, που είναι γνωστός με το παρατσούκλι Επιτιθέμενο Αγριογούρουνο και ο οποίος συνήθιζε να τον κακομεταχειρίζεται όταν ήταν παιδί, μια ιδιόρρυθμη ομάδα οδοκαθαριστών, που αποτελείται από συνταξιούχους άντρες και κάποιοι άλλοι, οι οποίοι κρύβουν πίσω τους σκοτεινά (προσωπικά) συμφέροντα.
Όπως θα ανάμενε κανείς το μείγμα γίνεται στο τέλος πραγματικά εκρηκτικό, αλλά ο συγγραφέας μοιάζει να ενδιαφέρεται περισσότερο να διακωμωδήσει την κατάσταση, παρά να αναδείξει τις τραγικές της διαστάσεις. Έτσι μας οδηγεί από φάρσα σε φάρσα, ενώ φαίνεται να μας κλείνει με τρόπο το μάτι και να μας λέει ότι, τελικά τίποτα δεν αξίζει τον κόπο να παίρνει κανείς στα σοβαρά.
Ένα βιβλίο που χαρίζει πολλά χαμόγελα, αλλά και το οποίο σπέρνει στο υποσυνείδητο του αναγνώστη πολλές σκέψεις. Αξιόλογο, από κάθε άποψη.
Το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας διαδραματίζεται στο εσωτερικό της κιβωτού, που είναι ενσωματωμένη σε ένα βουνό. Εκεί, οι τέσσερις βασικοί πρωταγωνιστές συζητάνε, τσακώνονται, τα βρίσκουν και τα χάνουν. Πρόκειται για τόσο αντίθετους φαινομενικά χαρακτήρες, που η συνύπαρξή τους κάθε άλλο παρά εύκολη θα αποδειχτεί. Ο καθένας με τις ιδιοτροπίες, τα μυστικά και τα ψέματά του. Ο καθένας με τη δική του ατζέντα. Ακόμη και η προοπτική της σωτηρίας δεν φαίνεται να είναι αρκετή για να τους συμφιλιώσει. Στο μεταξύ είναι και κάτι άλλο που ανάβει τα αίματα εκεί μέσα: η ομορφιά της γυναίκας. Η σχέση της με τον πρόεδρο παραμένει αδιευκρίνιστη, ο Κομόνο δεν χάνει την ευκαιρία να της τα ρίχνει, ενώ και ο τυφλοπόντικας, παρά το υπερβολικό βάρος και τη φυσική ντροπαλότητά του, δεν μένει αδιάφορος. Φτάνει μάλιστα στο σημείο να της βάλει χέρι.
Οι εντάσεις μεγάλες, και θα γίνουν ακόμη μεγαλύτερες όταν ο πρόεδρος θ’ ανακαλύψει ότι στην κιβωτό υπάρχουν κάποιοι κατάσκοποι. Ποιοι είναι και γιατί βρίσκονται εκεί; Και πώς μπόρεσαν να βρουν την είσοδο και να μπουν μέσα αποφεύγοντας όλες τις παγίδες; Αλλά, εδώ που τα λέμε, τα κατάφεραν ο πρόεδρος και το κορίτσι πηγαίνοντας εκεί με ταξί, πώς να μην το κατόρθωναν οι άλλοι;
Όσο περνά η ώρα τόσο περισσότερο και μοιάζει να ξεφεύγει η κατάσταση. Οι ήρωές μας συζητούν αδιάκοπα, συνωμοτούν, βάζουν τρικλοποδιές ο ένας στον άλλο και το φιλοσοφούν. «Έτσι εξελιχθήκαμε από τους πιθήκους: μαθαίνοντας να χρησιμοποιούμε το μυαλό μας για να ξεφεύγουμε απ’ τις ζόρικες καταστάσεις», λέει ο ένας, ενώ ο άλλος τονίζει ότι: «Η ελευθερία είναι κάτι που πρέπει να ανακαλύψεις μόνος».
Στο μεταξύ στο προσκήνιο εμφανίζονται και κάποια νέα πρόσωπα ή και ομάδες: ο μοναδικός φίλος του Τυφλοπόντικα στον έξω κόσμο, με τον οποίο συνεργάζεται κιόλας σε μια παράνομη επιχείρηση, ο πατριός του, που είναι γνωστός με το παρατσούκλι Επιτιθέμενο Αγριογούρουνο και ο οποίος συνήθιζε να τον κακομεταχειρίζεται όταν ήταν παιδί, μια ιδιόρρυθμη ομάδα οδοκαθαριστών, που αποτελείται από συνταξιούχους άντρες και κάποιοι άλλοι, οι οποίοι κρύβουν πίσω τους σκοτεινά (προσωπικά) συμφέροντα.
Όπως θα ανάμενε κανείς το μείγμα γίνεται στο τέλος πραγματικά εκρηκτικό, αλλά ο συγγραφέας μοιάζει να ενδιαφέρεται περισσότερο να διακωμωδήσει την κατάσταση, παρά να αναδείξει τις τραγικές της διαστάσεις. Έτσι μας οδηγεί από φάρσα σε φάρσα, ενώ φαίνεται να μας κλείνει με τρόπο το μάτι και να μας λέει ότι, τελικά τίποτα δεν αξίζει τον κόπο να παίρνει κανείς στα σοβαρά.
Ένα βιβλίο που χαρίζει πολλά χαμόγελα, αλλά και το οποίο σπέρνει στο υποσυνείδητο του αναγνώστη πολλές σκέψεις. Αξιόλογο, από κάθε άποψη.
Thursday, June 2, 2011
Γιούκιο Μισίμα – Ο ναός της αυγής
Στην Ταϊλάνδη, την Ινδία και, φυσικά, την Ιαπωνία μάς ταξιδεύει ο τρίτος τόμος από την τετραλογία της «Θάλασσας της γονιμότητας» του Γιούκιο Μισίμα.
Σ’ αυτό το βιβλίο κεντρικός πρωταγωνιστής είναι (και πάλι, θα λέγαμε) ο δικηγόρος Χόντα, που κυνηγημένος ακόμη από τους δαίμονες, αλλά και τις πεποιθήσεις του παρελθόντος μοιάζει τώρα να βρίσκεται σε μια φάση αναζήτησης. Αφού τον είδαμε στο προηγούμενο βιβλίο να παρατάει την καριέρα του σαν δικαστικού για να αναλάβει την υπεράσπιση κάποιων φανατικών νέων, που λίγο έλειψε να καταφέρουν ένα τρομοκρατικό κτύπημα στην καρδιά της ιαπωνικής κοινωνίας, τώρα τον συναντάμε -επιτυχημένο πια δικηγόρο- να ταξιδεύει στην Μπανγκόκ για λογαριασμό μιας μεγάλης εταιρίας. Πρέπει να επιλύσει ένα νομικό πρόβλημα που προέκυψε με κάποιον από τους συνεργάτες τους και ο ίδιος δεν τρέφει καμία απολύτως αμφιβολία ότι θα τα καταφέρει.
Το ταξίδι αυτό ωστόσο θα ξυπνήσει μέσα του κάποιες αναμνήσεις, θα φέρει στο μυαλό του το θάνατο δύο νέων ανθρώπων και τη σιγουριά ενός από αυτούς ότι θα γεννιόταν ξανά σαν μια πριγκίπισσα στην Ταϊλάνδη. Ο Χόντα, πιστός όσο άλλος κανείς στην ιδέα της μετεμψύχωσης, όταν του δίνεται η ευκαιρία επιδιώκει και επιτυγχάνει μια συνάντηση με την εφτάχρονη πριγκίπισσα Σεληνόφως, που σύμφωνα με τις κακές γλώσσες δεν τα έχει τετρακόσια. Η συνάντηση επιβεβαιώνει τις υποψίες του, αφού πολύ νωρίς του αποδεικνύει ότι όντως είναι η μετεμψύχωση του νεκρού του φίλου, αφού του περιγράφει γεγονότα τα οποία θα ήταν αδύνατον να γνωρίζει.
Ο Χόντα, ταραγμένος αλλά και ανακουφισμένος από την ανακάλυψη, ξοδεύει τον υπόλοιπο χρόνο του στην Μπανγκόκ, περιφερόμενος από τον ένα ναό στον άλλο, μελετώντας τις διαφορετικές εκδοχές του βουδισμού, αλλά και επισκεπτόμενος παρέα με τη μικρή πριγκίπισσα ένα λίγο πολύ εξωτικό προορισμό. Ο συγγραφέας, δοθείσης της ευκαιρίας, κάνει εκτενείς αναφορές στην ιστορία της χώρας, αλλά και της πόλης.
Όταν ο πρωταγωνιστής φέρνει εις πέρας με επιτυχία την αποστολή του εκεί, αποδέχεται με χαρά την προσφορά των εργοδοτών του για ένα ταξίδι. Αναχωρεί λοιπόν για την Ινδία, έχοντας και πάλι κατά νου τις πνευματικές αναζητήσεις. Εκεί έρχεται σ’ επαφή μ’ ένα πολιτισμό πολύ διαφορετικό απ’ αυτόν της γειτονικής χώρας, μαθαίνει αρκετά πράγματα, αλλά φτάνει και σε αρκετές συνειδητοποιήσεις σε σχέση με τη ζωή του.
Επιστρέφοντας στην Μπανγκόκ συναντάει για μια τελευταία φορά την πριγκίπισσα Σεληνόφως, η οποία εκδηλώνει την επιθυμία να ταξιδέψει μαζί του στην Ιαπωνία, κάτι το οποίο φυσικά δεν θα της επέτρεπαν οι δικοί της. Καθώς τα σύννεφα του πολέμου αρχίζουν να εξαπλώνονται πάνω από την Ασία, το 1941, ο Χόντα γυρίζει στη χώρα του.
Εκεί είναι που τον συναντάμε δώδεκα χρόνια μετά, συνταξιούχο πια, να ζει μια ζωή δίχως νόημα και σκοπό. Έχοντας κερδίσει μια δίκη που του έχει αποφέρει πολλά εκατομμύρια σαν αμοιβή, δεν έχει πια ανάγκη τη δουλειά, αλλά και δεν έχει καμία απολύτως όρεξη να δουλεύει κιόλας. Έτσι ξοδεύει το χρόνο του χτίζοντας ένα σπίτι μακριά από την πόλη, περιφερόμενος από το ένα μέρος στο άλλο, έχοντας συζητήσεις με αδιάφορους και μη ανθρώπους, και πάρε δώσε με μερικούς εξαιρετικά εκκεντρικούς χαρακτήρες. Αυτά μέχρι που καταφθάνει στα μέρη του η πριγκίπισσα Σεληνόφως, η οποία με την παρουσία της και μόνο του αναστατώνει την καθημερινότητα. Το μικρό κοριτσάκι που είχε άλλοτε γνωρίσει έχει τώρα μεταμορφωθεί σε μια όμορφη νέα γυναίκα, που ξυπνάει μέσα του τον πόθο. Ο έρωτάς του που παραπαίει ανάμεσα στη μανία και τη διαστροφή, τον κάνει πού και πού να χάνει τα λογικά του, να ενεργεί απερίσκεπτα. Η λύση τελικά στο πρόβλημά του θα δοθεί με τρόπο αρχικά απρόβλεπτο και μετά τραγικό. Ο συγγραφέας μοιάζει να θέλει να μας πει ότι όλη η ζωή του ήρωά του υπήρξε μια παταγώδης αποτυχία. Κι ας υπήρξε ο χρονικογράφος πολλών ζωών.
Συγκρίνοντας αυτό τον τόμο με τους προηγούμενους θα λέγαμε ότι τον βρήκαμε κάπως «βαρετό», μια και σε αρκετά σημεία θυμίζει δοκίμιο. Εδώ ο συγγραφέας μοιάζει να ενδιαφέρεται περισσότερο για τη φιλοσοφία παρά για την πλοκή, γεγονός που αφαιρεί από το κείμενο κάτι από την αναγνωστική απόλαυση. Ωστόσο, υπάρχει η πιθανότητα το τέταρτο βιβλίο να δικαιώσει αυτή του την επιλογή. Θα δείξει.
Σ’ αυτό το βιβλίο κεντρικός πρωταγωνιστής είναι (και πάλι, θα λέγαμε) ο δικηγόρος Χόντα, που κυνηγημένος ακόμη από τους δαίμονες, αλλά και τις πεποιθήσεις του παρελθόντος μοιάζει τώρα να βρίσκεται σε μια φάση αναζήτησης. Αφού τον είδαμε στο προηγούμενο βιβλίο να παρατάει την καριέρα του σαν δικαστικού για να αναλάβει την υπεράσπιση κάποιων φανατικών νέων, που λίγο έλειψε να καταφέρουν ένα τρομοκρατικό κτύπημα στην καρδιά της ιαπωνικής κοινωνίας, τώρα τον συναντάμε -επιτυχημένο πια δικηγόρο- να ταξιδεύει στην Μπανγκόκ για λογαριασμό μιας μεγάλης εταιρίας. Πρέπει να επιλύσει ένα νομικό πρόβλημα που προέκυψε με κάποιον από τους συνεργάτες τους και ο ίδιος δεν τρέφει καμία απολύτως αμφιβολία ότι θα τα καταφέρει.
Το ταξίδι αυτό ωστόσο θα ξυπνήσει μέσα του κάποιες αναμνήσεις, θα φέρει στο μυαλό του το θάνατο δύο νέων ανθρώπων και τη σιγουριά ενός από αυτούς ότι θα γεννιόταν ξανά σαν μια πριγκίπισσα στην Ταϊλάνδη. Ο Χόντα, πιστός όσο άλλος κανείς στην ιδέα της μετεμψύχωσης, όταν του δίνεται η ευκαιρία επιδιώκει και επιτυγχάνει μια συνάντηση με την εφτάχρονη πριγκίπισσα Σεληνόφως, που σύμφωνα με τις κακές γλώσσες δεν τα έχει τετρακόσια. Η συνάντηση επιβεβαιώνει τις υποψίες του, αφού πολύ νωρίς του αποδεικνύει ότι όντως είναι η μετεμψύχωση του νεκρού του φίλου, αφού του περιγράφει γεγονότα τα οποία θα ήταν αδύνατον να γνωρίζει.
Ο Χόντα, ταραγμένος αλλά και ανακουφισμένος από την ανακάλυψη, ξοδεύει τον υπόλοιπο χρόνο του στην Μπανγκόκ, περιφερόμενος από τον ένα ναό στον άλλο, μελετώντας τις διαφορετικές εκδοχές του βουδισμού, αλλά και επισκεπτόμενος παρέα με τη μικρή πριγκίπισσα ένα λίγο πολύ εξωτικό προορισμό. Ο συγγραφέας, δοθείσης της ευκαιρίας, κάνει εκτενείς αναφορές στην ιστορία της χώρας, αλλά και της πόλης.
Όταν ο πρωταγωνιστής φέρνει εις πέρας με επιτυχία την αποστολή του εκεί, αποδέχεται με χαρά την προσφορά των εργοδοτών του για ένα ταξίδι. Αναχωρεί λοιπόν για την Ινδία, έχοντας και πάλι κατά νου τις πνευματικές αναζητήσεις. Εκεί έρχεται σ’ επαφή μ’ ένα πολιτισμό πολύ διαφορετικό απ’ αυτόν της γειτονικής χώρας, μαθαίνει αρκετά πράγματα, αλλά φτάνει και σε αρκετές συνειδητοποιήσεις σε σχέση με τη ζωή του.
Επιστρέφοντας στην Μπανγκόκ συναντάει για μια τελευταία φορά την πριγκίπισσα Σεληνόφως, η οποία εκδηλώνει την επιθυμία να ταξιδέψει μαζί του στην Ιαπωνία, κάτι το οποίο φυσικά δεν θα της επέτρεπαν οι δικοί της. Καθώς τα σύννεφα του πολέμου αρχίζουν να εξαπλώνονται πάνω από την Ασία, το 1941, ο Χόντα γυρίζει στη χώρα του.
Εκεί είναι που τον συναντάμε δώδεκα χρόνια μετά, συνταξιούχο πια, να ζει μια ζωή δίχως νόημα και σκοπό. Έχοντας κερδίσει μια δίκη που του έχει αποφέρει πολλά εκατομμύρια σαν αμοιβή, δεν έχει πια ανάγκη τη δουλειά, αλλά και δεν έχει καμία απολύτως όρεξη να δουλεύει κιόλας. Έτσι ξοδεύει το χρόνο του χτίζοντας ένα σπίτι μακριά από την πόλη, περιφερόμενος από το ένα μέρος στο άλλο, έχοντας συζητήσεις με αδιάφορους και μη ανθρώπους, και πάρε δώσε με μερικούς εξαιρετικά εκκεντρικούς χαρακτήρες. Αυτά μέχρι που καταφθάνει στα μέρη του η πριγκίπισσα Σεληνόφως, η οποία με την παρουσία της και μόνο του αναστατώνει την καθημερινότητα. Το μικρό κοριτσάκι που είχε άλλοτε γνωρίσει έχει τώρα μεταμορφωθεί σε μια όμορφη νέα γυναίκα, που ξυπνάει μέσα του τον πόθο. Ο έρωτάς του που παραπαίει ανάμεσα στη μανία και τη διαστροφή, τον κάνει πού και πού να χάνει τα λογικά του, να ενεργεί απερίσκεπτα. Η λύση τελικά στο πρόβλημά του θα δοθεί με τρόπο αρχικά απρόβλεπτο και μετά τραγικό. Ο συγγραφέας μοιάζει να θέλει να μας πει ότι όλη η ζωή του ήρωά του υπήρξε μια παταγώδης αποτυχία. Κι ας υπήρξε ο χρονικογράφος πολλών ζωών.
Συγκρίνοντας αυτό τον τόμο με τους προηγούμενους θα λέγαμε ότι τον βρήκαμε κάπως «βαρετό», μια και σε αρκετά σημεία θυμίζει δοκίμιο. Εδώ ο συγγραφέας μοιάζει να ενδιαφέρεται περισσότερο για τη φιλοσοφία παρά για την πλοκή, γεγονός που αφαιρεί από το κείμενο κάτι από την αναγνωστική απόλαυση. Ωστόσο, υπάρχει η πιθανότητα το τέταρτο βιβλίο να δικαιώσει αυτή του την επιλογή. Θα δείξει.
Wednesday, March 30, 2011
Akira Yoshimura – Shipwrecks
Το Shipwrecks είναι ένα από εκείνα τα μυθιστορήματα που σε καθηλώνουν πάνω απ’ όλα με την απλότητά τους. Το κείμενο είναι λιτό, σχεδόν ελλειπτικό, κι όμως, ή ίσως ακριβώς γι’ αυτό το λόγο, καταφέρνει να ζωντανέψει με άμεσο τρόπο στα μάτια του αναγνώστη τις εικόνες από μια μακρινή χώρα, κι από μια ακόμη πιο μακρινή εποχή.
Τα γεγονότα της ιστορίας διαδραματίζονται στο μεσαίωνα σ’ ένα απομονωμένο παραθαλάσσιο χωριό στην Ιαπωνία. Η φτώχεια εκεί είναι τόσο διάχυτη που τα παιδιά αρχίζουν από πολύ μικρά να δουλεύουν, είτε στη συλλογή αλατιού, είτε στο ψάρεμα, ενώ ο θάνατος μοιάζει μόνιμα να καραδοκεί. Πολλοί άντρες, αλλά και μερικές γυναίκες, για να εξασφαλίσουν την επιβίωση της οικογένειάς τους, πωλούν τους εαυτούς τους σαν σκλάβους. Ό,τι και να κάνουν όμως ποτέ δεν είναι αρκετό. Οι προμήθειες πάντα λιγοστές, ζουν μέρα με τη μέρα και πεθαίνουν ακριβώς με τον ίδιο τρόπο. Το μοναδικό πράγμα που θα μπορούσε να τους σώσει, όπως και στο παρελθόν, θα ήταν ένα ναυάγιο. Ένα ναυάγιο που θα προκαλούσαν οι ίδιοι, ανάβοντας φωτιές στην παραλία τις θυελλώδεις νύχτες του χειμώνα, αναγκάζοντας έτσι τους ανυποψίαστους και τρομοκρατημένους ναυτικούς να οδηγήσουν τα καράβια τους στους υφάλους. Τότε οι χωρικοί θ’ ανέβαιναν σ’ αυτά, θα έσφαζαν τους επιβαίνοντες και θα λεηλατούσαν τα φορτία τους – αυτά που θα τους επέτρεπαν να μείνουν ζωντανοί για ένα ακόμη χειμώνα.
Ένα τέτοιο θαύμα, ένα ναυάγιο δηλαδή, περιμένει να συμβεί κι ο Ισάκου, ο βασικός πρωταγωνιστής σ’ αυτή την ιστορία. Είναι μόλις εννιά χρονών παιδί και είναι ήδη ο άντρας του σπιτιού, αφού ο πατέρας του πουλήθηκε σαν σκλάβος. Ζει με τη μητέρα του και τρία μικρότερα αδέλφια – ένα αγόρι και δύο κορίτσια. Προτού φύγει ο πατέρας του τον έβαλε να του υποσχεθεί ότι θα φρόντιζε τα παιδιά, κι αυτός είπε ότι θα το έκανε, πάση θυσία. Το μόνο που τα πράγματα δε θα αποδειχτούν και τόσο εύκολα γι’ αυτόν, αφού αν και ο πρώτος υπήρξε δεινός ψαράς, ποτέ δεν τον δίδαξε τα μυστικά της τέχνης του. Έτσι θ’ αναγκαστεί να τα μάθει όλα μόνος, κι από την αρχή.
Η πρώτη χρονιά απουσίας του πατέρα θα αποδειχτεί καταστροφική για την οικογένεια αφού ο Ισάκου, όσο σκληρά κι αν προσπαθεί, δεν μπορεί να παίξει με επιτυχία το ρόλο που του έχει ανατεθεί, με αποτέλεσμα η μικρότερή του αδελφή να χάσει τον αγώνα με τη ζωή. Αυτός ο θάνατος θα τον συνταράξει, αλλά και θα τον πεισμώσει, κι έτσι σιγά σιγά θ’ αρχίσει να σημειώνει τις πρώτες του επιτυχίες. Τα ψάρια θ’ αρχίσουν να τσιμπούν, το φαγητό αν και όχι και πολλή δε θα λείπει πια απ’ το τραπέζι, ενώ κι οι προσευχές, και εκείνου αλλά και ολόκληρου του χωριού θα απαντηθούν, καθώς κάποια αγριεμένη νύχτα του χειμώνα ένα μεγάλο εμπορικό καράβι θα έρθει σα μάννα εκ θαλάσσης και θα τσακιστεί στα βράχια. Φορτωμένο με όλου του κόσμου τα καλά, θα γεμίσει τους κατοίκους του χωριού με ευτυχία. Προτού όμως περάσει και πολύς καιρός θα φτάσει στα νερά τους και ένα δεύτερο καράβι, το οποίο όμως δε θα φέρει δώρα.
Αυτή είναι μια τρυφερή, αλλά και πολύ σκληρή ιστορία. Μια ιστορία για τους μεγάλους αγώνες και τις μικρές νίκες. Για τις μεγάλες ελπίδες και τις τεράστιες διαψεύσεις. Οι ήρωές του, από τον πρώτο ως τον τελευταίο τραγικοί, μοιάζουν καταδικασμένοι από τις μοίρες να μη γνωρίσουν ποτέ την πραγματική ευτυχία, αφού αυτή, στο τέλος της ημέρας, βαδίζει πάντα χέρι χέρι με την καταστροφή. Ένα βιβλίο εξαιρετικό, και οπωσδήποτε πολύ καλύτερο από το One Man’s Justice, που σας παρουσιάσαμε εδώ παλαιότερα. Αξίζει τον κόπο να διαβαστεί από κάθε φίλο της καλής λογοτεχνίας, γιαπωνέζικης ή μη.
Τα γεγονότα της ιστορίας διαδραματίζονται στο μεσαίωνα σ’ ένα απομονωμένο παραθαλάσσιο χωριό στην Ιαπωνία. Η φτώχεια εκεί είναι τόσο διάχυτη που τα παιδιά αρχίζουν από πολύ μικρά να δουλεύουν, είτε στη συλλογή αλατιού, είτε στο ψάρεμα, ενώ ο θάνατος μοιάζει μόνιμα να καραδοκεί. Πολλοί άντρες, αλλά και μερικές γυναίκες, για να εξασφαλίσουν την επιβίωση της οικογένειάς τους, πωλούν τους εαυτούς τους σαν σκλάβους. Ό,τι και να κάνουν όμως ποτέ δεν είναι αρκετό. Οι προμήθειες πάντα λιγοστές, ζουν μέρα με τη μέρα και πεθαίνουν ακριβώς με τον ίδιο τρόπο. Το μοναδικό πράγμα που θα μπορούσε να τους σώσει, όπως και στο παρελθόν, θα ήταν ένα ναυάγιο. Ένα ναυάγιο που θα προκαλούσαν οι ίδιοι, ανάβοντας φωτιές στην παραλία τις θυελλώδεις νύχτες του χειμώνα, αναγκάζοντας έτσι τους ανυποψίαστους και τρομοκρατημένους ναυτικούς να οδηγήσουν τα καράβια τους στους υφάλους. Τότε οι χωρικοί θ’ ανέβαιναν σ’ αυτά, θα έσφαζαν τους επιβαίνοντες και θα λεηλατούσαν τα φορτία τους – αυτά που θα τους επέτρεπαν να μείνουν ζωντανοί για ένα ακόμη χειμώνα.
Ένα τέτοιο θαύμα, ένα ναυάγιο δηλαδή, περιμένει να συμβεί κι ο Ισάκου, ο βασικός πρωταγωνιστής σ’ αυτή την ιστορία. Είναι μόλις εννιά χρονών παιδί και είναι ήδη ο άντρας του σπιτιού, αφού ο πατέρας του πουλήθηκε σαν σκλάβος. Ζει με τη μητέρα του και τρία μικρότερα αδέλφια – ένα αγόρι και δύο κορίτσια. Προτού φύγει ο πατέρας του τον έβαλε να του υποσχεθεί ότι θα φρόντιζε τα παιδιά, κι αυτός είπε ότι θα το έκανε, πάση θυσία. Το μόνο που τα πράγματα δε θα αποδειχτούν και τόσο εύκολα γι’ αυτόν, αφού αν και ο πρώτος υπήρξε δεινός ψαράς, ποτέ δεν τον δίδαξε τα μυστικά της τέχνης του. Έτσι θ’ αναγκαστεί να τα μάθει όλα μόνος, κι από την αρχή.
Η πρώτη χρονιά απουσίας του πατέρα θα αποδειχτεί καταστροφική για την οικογένεια αφού ο Ισάκου, όσο σκληρά κι αν προσπαθεί, δεν μπορεί να παίξει με επιτυχία το ρόλο που του έχει ανατεθεί, με αποτέλεσμα η μικρότερή του αδελφή να χάσει τον αγώνα με τη ζωή. Αυτός ο θάνατος θα τον συνταράξει, αλλά και θα τον πεισμώσει, κι έτσι σιγά σιγά θ’ αρχίσει να σημειώνει τις πρώτες του επιτυχίες. Τα ψάρια θ’ αρχίσουν να τσιμπούν, το φαγητό αν και όχι και πολλή δε θα λείπει πια απ’ το τραπέζι, ενώ κι οι προσευχές, και εκείνου αλλά και ολόκληρου του χωριού θα απαντηθούν, καθώς κάποια αγριεμένη νύχτα του χειμώνα ένα μεγάλο εμπορικό καράβι θα έρθει σα μάννα εκ θαλάσσης και θα τσακιστεί στα βράχια. Φορτωμένο με όλου του κόσμου τα καλά, θα γεμίσει τους κατοίκους του χωριού με ευτυχία. Προτού όμως περάσει και πολύς καιρός θα φτάσει στα νερά τους και ένα δεύτερο καράβι, το οποίο όμως δε θα φέρει δώρα.
Αυτή είναι μια τρυφερή, αλλά και πολύ σκληρή ιστορία. Μια ιστορία για τους μεγάλους αγώνες και τις μικρές νίκες. Για τις μεγάλες ελπίδες και τις τεράστιες διαψεύσεις. Οι ήρωές του, από τον πρώτο ως τον τελευταίο τραγικοί, μοιάζουν καταδικασμένοι από τις μοίρες να μη γνωρίσουν ποτέ την πραγματική ευτυχία, αφού αυτή, στο τέλος της ημέρας, βαδίζει πάντα χέρι χέρι με την καταστροφή. Ένα βιβλίο εξαιρετικό, και οπωσδήποτε πολύ καλύτερο από το One Man’s Justice, που σας παρουσιάσαμε εδώ παλαιότερα. Αξίζει τον κόπο να διαβαστεί από κάθε φίλο της καλής λογοτεχνίας, γιαπωνέζικης ή μη.
Wednesday, March 23, 2011
Hitomi Kanehara – Autofiction
Πού το πάει η Κανεχάρα, αναρωτιόμουνα καθώς άρχιζα την ανάγνωση αυτού του βιβλίου. Μετά τη μεγάλη αναγνώριση που πέτυχε με την πρώτη της νουβέλα Snakes and Earrings (Γλώσσα Φιδιού στα ελληνικά), όλοι περίμεναν με αγωνία το επόμενό της βήμα. Ομολογώ ότι στην αρχή ο ανά χείρας τόμος λίγο έλειψε να με εκπλήξει δυσάρεστα, αλλά ύστερα κατάλαβα. Κατάλαβα ότι η συγγραφέας παίζει με τον αναγνώστη, του βγάζει τη γλώσσα κοροϊδευτικά και με τρόπο μελοδραματικό, προτού τον πιάσει απ’ το λαιμό και τον οδηγήσει στα γνωστά στενά και δυσπρόσιτα μονοπάτια της.
Η ηρωίδα αυτής της ιστορίας είναι η Ριν, μια νεαρή συγγραφέας, μόνιμα μεθυσμένη τόσο από ευτυχία όσο κι απ’ το αλκοόλ. Το πρώτο της βιβλίο σημείωσε τεράστια επιτυχία και τώρα όλοι έχουν μεγάλες απαιτήσεις απ’ αυτήν. Όπως έχει κι αυτή από τον εαυτό της. Έναν εαυτό όμως που είναι αλκοολικός, που δεν την υπακούει, που όταν την έχει υπό τον έλεγχο του την υποχρεώνει να κάνει τα πιο τρελά πράγματα, όπως το να συζητά με τα γεννητικά της όργανα, να δίνει κάθε είδους συνεντεύξεις, να βλέπει συνομωσίες εκεί που δεν υπάρχουν, να κάνει τη ζωή του συντρόφου της ποδήλατο. Μοιάζει να βρίσκεται σε αδιέξοδο: «Ζω αποκλειστικά και μόνο για να κάνω την πληκτική μου ζωή ακόμη πιο πληκτική παρέχοντάς της πληκτικά σχόλια για την πληκτική μου καθημερινότητα μέσω μιας πληκτικής φωνής που κρύβεται μέσα στο κεφάλι μου».
Η Ριν το ξέρει ότι πρέπει να κάνει κάτι για ν’ αλλάξει τη ζωή της. Αλλά τι; Καταρχήν πρέπει ν’ αρχίσει ν’ αναγνωρίζει: «ότι κάνω κι εγώ λάθη κάποτε» και μετά να γράφει. Το μόνο που η έμπνευση δε λέει να την επισκεφθεί κι ας έχει ήδη υπογράψει συμβόλαιο για μια σειρά από βιβλία. Κι ας η προθεσμία φτάνει στο τέλος της. Πάνω όμως που πιστεύει ότι τα πράγματα δε θα μπορούσαν να γίνουν χειρότερα, γίνονται καλύτερα. Και η αφήγηση πιο σκληρή. Ένας εκδότης της προτείνει να γράψει ένα λογοτεχνικό έργο που να μοιάζει με αυτοβιογραφία, το Autofiction του τίτλου – αλλά κι εδώ η συγγραφέας παίζει με τις λέξεις, αφού ο πιο πάνω όρος αναφέρεται και στην αυτόματη γραφή. Εκείνη δέχεται και, δίχως ουσιαστικά να το λέει, αρχίζει να αφηγείται τη ζωή της, από το σήμερα προς το χθες. Τα κεφάλαια του βιβλίου τα λένε όλα: 22ος Χειμώνας, 18ο Καλοκαίρι, 16ο Καλοκαίρι, 15ος Χειμώνας.
Τα γεγονότα που μας εξιστορεί είναι σχεδόν απάνθρωπα. Μιλάει για ένα κορίτσι που μεγάλωσε σ’ ένα σπιτικό όπου δεν υπήρχε αγάπη, που έκανε από πολύ μικρό την επανάστασή του και ανακάλυψε τα μυστικά του σεξ που της έδωσαν μεγάλες χαρές και πολλές λύπες, που το έσκασε απ’ το σπίτι περιφερόμενο εδώ κι εκεί, που έμεινε έγκυος και έκανε μια έκτρωση που κατά βάθος δεν ήθελε, που λίγο έλειψε να πέσει θύμα ομαδικού βιασμού και που για καιρό βρισκόταν σε μια αδιέξοδη σχέση μ’ έναν άντρα που την κακοποιούσε. Από τότε που ήταν μικρή σκεφτόταν τη ζωή της σα μια κόλαση με αναλαμπές ευτυχίας: «Ίσως η κόλαση να είναι ένα χαρούμενο μέρος και μερικά χαρούμενα μέρη είναι σαν την κόλαση, ή ίσως η κόλαση να μεταμορφώνεται σ’ ένα χαρούμενο μέρος, μέρα παρά μέρα». Στα δεκαπέντε της αποφάσισε ότι: «Αν και οι γονείς μου είναι ενήλικες πάσχουν από έλλειψη καρτερίας. Αλλά για μένα η καρτερία είναι τρόπος ζωής. Είναι αυτή που με βοήθησε να ζήσω μέχρι τώρα. Ουσιαστικά πρέπει να υπομένω κάθε στιγμή της ζωής μου εκτός όταν είμαι με τον Κίτι» - τον πρώτο της έρωτα.
Η Κανεχάρα μας χαρίζει και πάλι μια σκληρή, μα βαθιά ανθρώπινη ιστορία, που μετά το πρώτο κεφάλαιο ακολουθεί καταιγιστικούς ρυθμούς – γραμμένη, φαινομενικά, με κομμένη την ανάσα. Όσοι απόλαυσαν τη «Γλώσσα φιδιού» δε θα απογοητευτούν, κι όσοι ενδιαφέρονται να πάρουν μια γεύση απ’ την πραγματικά μοντέρνα γιαπωνέζικη λογοτεχνία θα μπορούσαν να κάνουν μ’ αυτό το βιβλίο την αρχή. Απλά εξαιρετικό.
Η ηρωίδα αυτής της ιστορίας είναι η Ριν, μια νεαρή συγγραφέας, μόνιμα μεθυσμένη τόσο από ευτυχία όσο κι απ’ το αλκοόλ. Το πρώτο της βιβλίο σημείωσε τεράστια επιτυχία και τώρα όλοι έχουν μεγάλες απαιτήσεις απ’ αυτήν. Όπως έχει κι αυτή από τον εαυτό της. Έναν εαυτό όμως που είναι αλκοολικός, που δεν την υπακούει, που όταν την έχει υπό τον έλεγχο του την υποχρεώνει να κάνει τα πιο τρελά πράγματα, όπως το να συζητά με τα γεννητικά της όργανα, να δίνει κάθε είδους συνεντεύξεις, να βλέπει συνομωσίες εκεί που δεν υπάρχουν, να κάνει τη ζωή του συντρόφου της ποδήλατο. Μοιάζει να βρίσκεται σε αδιέξοδο: «Ζω αποκλειστικά και μόνο για να κάνω την πληκτική μου ζωή ακόμη πιο πληκτική παρέχοντάς της πληκτικά σχόλια για την πληκτική μου καθημερινότητα μέσω μιας πληκτικής φωνής που κρύβεται μέσα στο κεφάλι μου».
Η Ριν το ξέρει ότι πρέπει να κάνει κάτι για ν’ αλλάξει τη ζωή της. Αλλά τι; Καταρχήν πρέπει ν’ αρχίσει ν’ αναγνωρίζει: «ότι κάνω κι εγώ λάθη κάποτε» και μετά να γράφει. Το μόνο που η έμπνευση δε λέει να την επισκεφθεί κι ας έχει ήδη υπογράψει συμβόλαιο για μια σειρά από βιβλία. Κι ας η προθεσμία φτάνει στο τέλος της. Πάνω όμως που πιστεύει ότι τα πράγματα δε θα μπορούσαν να γίνουν χειρότερα, γίνονται καλύτερα. Και η αφήγηση πιο σκληρή. Ένας εκδότης της προτείνει να γράψει ένα λογοτεχνικό έργο που να μοιάζει με αυτοβιογραφία, το Autofiction του τίτλου – αλλά κι εδώ η συγγραφέας παίζει με τις λέξεις, αφού ο πιο πάνω όρος αναφέρεται και στην αυτόματη γραφή. Εκείνη δέχεται και, δίχως ουσιαστικά να το λέει, αρχίζει να αφηγείται τη ζωή της, από το σήμερα προς το χθες. Τα κεφάλαια του βιβλίου τα λένε όλα: 22ος Χειμώνας, 18ο Καλοκαίρι, 16ο Καλοκαίρι, 15ος Χειμώνας.
Τα γεγονότα που μας εξιστορεί είναι σχεδόν απάνθρωπα. Μιλάει για ένα κορίτσι που μεγάλωσε σ’ ένα σπιτικό όπου δεν υπήρχε αγάπη, που έκανε από πολύ μικρό την επανάστασή του και ανακάλυψε τα μυστικά του σεξ που της έδωσαν μεγάλες χαρές και πολλές λύπες, που το έσκασε απ’ το σπίτι περιφερόμενο εδώ κι εκεί, που έμεινε έγκυος και έκανε μια έκτρωση που κατά βάθος δεν ήθελε, που λίγο έλειψε να πέσει θύμα ομαδικού βιασμού και που για καιρό βρισκόταν σε μια αδιέξοδη σχέση μ’ έναν άντρα που την κακοποιούσε. Από τότε που ήταν μικρή σκεφτόταν τη ζωή της σα μια κόλαση με αναλαμπές ευτυχίας: «Ίσως η κόλαση να είναι ένα χαρούμενο μέρος και μερικά χαρούμενα μέρη είναι σαν την κόλαση, ή ίσως η κόλαση να μεταμορφώνεται σ’ ένα χαρούμενο μέρος, μέρα παρά μέρα». Στα δεκαπέντε της αποφάσισε ότι: «Αν και οι γονείς μου είναι ενήλικες πάσχουν από έλλειψη καρτερίας. Αλλά για μένα η καρτερία είναι τρόπος ζωής. Είναι αυτή που με βοήθησε να ζήσω μέχρι τώρα. Ουσιαστικά πρέπει να υπομένω κάθε στιγμή της ζωής μου εκτός όταν είμαι με τον Κίτι» - τον πρώτο της έρωτα.
Η Κανεχάρα μας χαρίζει και πάλι μια σκληρή, μα βαθιά ανθρώπινη ιστορία, που μετά το πρώτο κεφάλαιο ακολουθεί καταιγιστικούς ρυθμούς – γραμμένη, φαινομενικά, με κομμένη την ανάσα. Όσοι απόλαυσαν τη «Γλώσσα φιδιού» δε θα απογοητευτούν, κι όσοι ενδιαφέρονται να πάρουν μια γεύση απ’ την πραγματικά μοντέρνα γιαπωνέζικη λογοτεχνία θα μπορούσαν να κάνουν μ’ αυτό το βιβλίο την αρχή. Απλά εξαιρετικό.
Wednesday, March 2, 2011
Kyoko Mori – Shizuko’s Daughter
Αυτό είναι ένα ακόμη από εκείνα τα βιβλία που καταχωρούμε με κάποιες επιφυλάξεις στον κανόνα της ιαπωνικής λογοτεχνίας, κι αυτό αφού η συγγραφέας του είναι γιαπωνεζοαμερικανή. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Ιαπωνία, αλλά τώρα ζει στις ΗΠΑ όπου διδάσκει Δημιουργική Γραφή. Το θέμα του βιβλίου της ωστόσο είναι εκατό τοις εκατό γιαπωνέζικο, αφού καταπιάνεται με την ιστορία τριών γενεών γιαπωνέζων γυναικών.Τον πρωταγωνιστικό ρόλο έχει η Γιούκι, κόρη της Σιζούκο του τίτλου. Η τελευταία, φαινομενικά από πάντοτε δυστυχισμένη, αυτοκτονεί, αφήνοντας πίσω της εκείνην, για να ζήσει αρχικά με τη θεία της και μετά με ένα πατέρα και μια μητριά που ουσιαστικά δε δίνουν μία για γι’ αυτήν, αλλά που την αναγκάζουν να ζήσει μαζί τους, απλά και μόνο επειδή ανησυχούν για το τι θα πει ο κόσμος. Μαζί τους και με τις προκαταλήψεις αυτού του είδους τα βάζει σ’ ολόκληρη τη διάρκεια της αφήγησης η Γιούκι. Μόνιμα οργισμένη και επαναστατημένη, κάνει ό,τι περνά από το χέρι της για να μην τους βλέπει και να μην τη βλέπουν, για να μην ακούει τις ιδέες τους για το τι θα πει ο κόσμος. Της φτάνει το ότι είναι η κόρη μιας γυναίκας που αυτοκτόνησε, δεν της χρειάζονται καθόλου οι δικές τους νουθεσίες. Ανάμεσα σ’ αυτή και τα άλλα δύο μέλη της οικογένειάς της αναπτύσσεται ουσιαστικά μια σχέση σιωπηλού μίσους και κρυφής αγάπης. Οι δύο γυναίκες μισούν η μια την άλλη. Ο άντρας αγαπά και τις δύο, αλλά μόνο σ’ αυτήν που παντρεύτηκε τολμά να δείξει την αγάπη του. Κι ας είναι, στο τέλος της ημέρας, μια υστερική στρίγγλα, μια αδίστακτη γυναίκα που εισέβαλε στο σπίτι τους αποφασισμένη να επιβάλει τους δικούς της κανόνες.
Η Γιούκι από την ημέρα που πέθανε η μητέρα της ουσιαστικά βαδίζει μόνη σ’ αυτόν τον κόσμο. Προσπαθεί να τον καταλάβει, αλλά δεν μπορεί να τον αποδεχτεί. Και μοιάζει να συνεχίζει να ζει μόνο και μόνο επειδή υποσχέθηκε στη μητέρα της ότι θα το κάνει. Την ίδια μητέρα που φεύγοντας άφησε πίσω της ένα μικρό γραπτό σημείωμα κι ένα ρητό: «Δε γίνεται δύο πράγματα να είναι απολύτως τα ίδια».
Μιλούσε πολύ με τη μητέρα της, όσο ήταν ζωντανή, συζητούσαν τα πάντα, ακόμη και το θάνατο: «Ίσως μεταμορφωθούμε σε κάτι σαν κι αυτή τη βροχή που τώρα πέφτει όταν πεθάνουμε», της είπε. «Είμαστε εκεί, αλλά όχι στ’ αλήθεια. Θα είμαστε ευτυχισμένες αν έχουμε απλά τη μυρωδιά των χρυσανθέμων και πράσινο τσάι. Δε θα χρειαζόμαστε τίποτα περισσότερο τότε». Όταν κάποια κάποτε τη ρώτησε τι τη δίδαξε η μητέρα της, αυτή απάντησε: «Μου δίδαξε πράγματα που δε θα μπορούσες να κατανοήσεις. Με έμαθε να σκιτσάρω και να ζωγραφίζω. Με δίδαξε τα ονόματα των λουλουδιών και παραμύθια τα οποία μπορώ να διηγηθώ από μνήμης. Ήξερε πράγματα που δε γνώριζε άλλος κανείς».
Η ιστορία αυτή αρχίζει με ένα θάνατο, αλλά σιγά σιγά μοιάζει να οδηγεί την ηρωίδα του στα φωτεινά μονοπάτια της ζωής. Αναλύοντας ξανά και ξανά τη σχέση της με τη μητέρα της, συζητώντας με τη γιαγιά της, καθορίζοντας η ίδια την πορεία της, η Γιούκι κάποτε φτάνει στο συμπέρασμα ότι ναι, αξίζει τον κόπο να αγαπήσει κανείς, κι ας είναι αποδεδειγμένο ότι η αγάπη, ή πιο συγκεκριμένα ο έρωτας, οδηγεί στον πόνο.
Ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα, με αμέτρητες πινελιές θλίψεις, αλλά και αχτίδες χαράς – όπως ακριβώς είναι και η ζωή.
Wednesday, February 9, 2011
Masako Togawa – The Master Key
Το μυθιστόρημα αυτό γράφτηκε πριν από πενήντα και κάτι χρόνια. Συγγραφέας του μια εικοσιτετράχρονη χορεύτρια, η οποία θα γνώριζε αμέσως την επιτυχία και θα καθιερωνόταν σαν μια από τις πιο δημοφιλείς συγγραφείς μυθιστορημάτων μυστηρίου στη χώρα του ανατέλλοντος ηλίου.Παρά το ότι αυτό το βιβλίο είναι παλιό θα μπορούσε άνετα να διαβαστεί σαν ένα σύγχρονο θρίλερ, αφού πέρα από την ύπαρξη των Διαμερισμάτων Κ για Κυρίες, όπου διαδραματίζεται η ιστορία, ο μύθος του είναι πολύ δυνατός και η πλοκή γεμάτη εκπλήξεις.
Τι θα μπορούσε να συμβεί σε ένα κτήριο όπου ζουν αξιοπρεπείς κυρίες; Πολλά και τραγικά, και πολλές φορές τραγελαφικά. Στα δωμάτια των Διαμερισμάτων Κ συνυπάρχουν μερικοί πολύχρωμοι, ή αν προτιμάτε, παράξενοι χαρακτήρες. Μια δασκάλα μουσικής, που κρύβει κάποιο φοβερό μυστικό. Μια ζητιάνος ή μάλλον κλέφτρα, που της αρέσει να ψάχνει τα πάντα και ν’ ανακατεύεται παντού, αποφεύγοντας όμως να έρχεται σε επαφή με τον κόσμο. Μια βαριεστημένη γυναίκα, καθηγήτρια αυτή, που έτσι στα ξαφνικά αποφασίζει να έρθει σε επαφή με όλους τους παλιούς της μαθητές, κάτι που θα την οδηγήσει σε επικίνδυνα μονοπάτια. Οι θυρωροί, που αν και δε συγκρούονται ποτέ, αποτελούν δύο διαμετρικά αντίθετους χαρακτήρες. Μια πεισματάρα γυναίκα, που πιστεύει στις μυστικιστικές τελετές και την επαφή με τους νεκρούς. Και άλλες πολλές, που όλο και κάποια πτώματα κρύβουν στα μπαούλα τους. Ένα απ’ αυτά μάλιστα ανήκει στο παιδί ενός πλούσιου ζεύγους που απήχθηκε χρόνια πριν.
Η αφηγήτρια με αφορμή τη μετακίνηση του κτηρίου σε κάποια άλλη γειτονιά -αφού τα σχέδια εκσυγχρονισμού της πόλης το απαιτούν- μας ταξιδεύει μπρος πίσω στο χρόνο και μας μιλά για τις τραγικές ζωές των κατοίκων του, τις μικροϊστορίες τους. Σελίδα τη σελίδα και με τρόπο μαεστρικό βγάζει στην επιφάνεια όλα τα μυστικά και τις μικροπρέπειές τους, τις συμπονά και τις κακίζει, τις ισοπεδώνει και τις χαϊδεύει. Μοιάζει να θέλει απλά να μας πει: έτσι είναι ο κόσμος, και δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα για να τον αλλάξουμε.
Ωστόσο τον ίδιο σημαντικό ρόλο με τις γυναίκες μοιάζει να παίζει και το κτήριο. Με τις αμέτρητες κλειστές του πόρτες, με τους σκοτεινούς του διαδρόμους, με την κεντρική θέση που κατέχει στην περιοχή, με το μυστήριο που το περιλούζει.
Η αφήγηση της Τογκαβά είναι στρωτή, δεν περιέχει πολλές κορυφώσεις. Μας λέει την ιστορία χωρίς να προσπαθεί να μας εντυπωσιάσει. Ακόμη και τις πιο συνταρακτικές αποκαλύψεις τις φέρνει στο φως με μια απλότητα ανήκουστη. Σα να αφηγείται κάποιο παραμύθι και όχι κάποιες εγκληματικές ιστορίες.
Ο τίτλος του τόμου είναι απόλυτα εύστοχος, αφού αυτό, το Master Key, είναι που θα δρομολογήσει τα περισσότερα από τα νέα τραγικά γεγονότα, που θα φέρει αντιμέτωπες κάποιες από τις γυναίκες με τα προσωπικά τους φαντάσματα.
Αν περιμένετε να διαβάσετε εδώ μια ιστορία τρόμου ή αγωνίας μάλλον θα απογοητευτείτε. Αλλά αν σας αρέσουν οι γρίφοι και τα μυστήρια, το τέλος της ανάγνωσης δε θα σας βρει απογοητευμένους. Ένα βιβλίο σαν παλιό καλό κρασί.
Wednesday, February 2, 2011
Taichi Yamada – Strangers
Οι «Ξένοι» ή μάλλον «Άγνωστοι» είναι μια ιστορία φαντασμάτων, που δεν προκαλεί τόσο πολύ τον τρόμο όσο την έκπληξη. Ο συγγραφέας αφηγείται στο πρώτο πρόσωπο τις περιπέτειες του μεσήλικα σεναριογράφου Χαράτα, που κάποια νύχτα αποφασίζει να επιστρέψει στην παλιά του γειτονιά, όπου και γνωρίζει έναν άντρα, ο οποίος μοιάζει εκπληκτικά με τον πατέρα του. Το μόνο που αυτός πέθανε χρόνια πριν, σ’ ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα, μαζί με τη μητέρα του. Από μια παρόρμηση τον ακολουθεί και ακριβώς τότε είναι που η πραγματικότητα που ζει, αρχίζει να συμπλέει με τη φαντασία, ή μάλλον με τα προσωπικά του φαντάσματα. Ο άντρας, που αποδεικνύεται όντως ότι είναι ο πατέρας του, παραμένει στην ηλικία των 37 χρόνων, όταν και πέθανε, ενώ το ίδιο νέα παραμένει και η μητέρα του, την οποία συναντά λίγο αργότερα. Στην αρχή νομίζει ότι τρελαίνεται, πώς κάποιοι παίζουν μαζί του, αλλά σύντομα αντιλαμβάνεται ότι όσο εξωπραγματικό κι αν φαίνεται αυτό που του συμβαίνει, στηρίζεται σε απτά γεγονότα, οι γονείς του είναι ακόμη ζωντανοί – ή τουλάχιστον, εν μέρει ζωντανοί.Την ίδια ακριβώς εποχή γνωρίζεται και με μια νέα γυναίκα που μένει στο ίδιο κτήριο μ’ αυτόν, την Κέι. Αυτοί είναι ουσιαστικά οι μοναδικοί θαμώνες της πολυκατοικίας τις νύχτες, καθώς τα υπόλοιπα διαμερίσματα χρησιμοποιούνται σα γραφεία, τα οποία αδειάζουν με το που πέφτει το σκοτάδι. Η Κέι λοιπόν εμφανίζεται κάποιο βράδυ στην πόρτα του μ’ ένα μισογεμάτο μπουκάλι σαμπάνια και του λέει ότι θα ήθελε να τον γνωρίσει καλύτερα. Έχοντας μόλις βγει από ένα τραυματικό γάμο, ο Χαράτα, δε νιώθει έτοιμος να δεσμευτεί και πάλι. Εξάλλου, πρέπει να ετοιμάσει και το σενάριο για μια τηλεοπτική σειρά που επείγει πολύ. Ωστόσο περισσότερο νωρίς παρά αργά υποκύπτει στην παράξενη γοητεία της γυναίκας και σύντομα γίνονται εραστές. Το μοναδικό μελανό σημείο στη σχέση τους είναι το ότι δεν του επιτρέπει να δει το στήθος της, αφού όπως του αποκαλύπτει είναι χαρακωμένο από αμέτρητες πληγές.
Για αρκετό καιρό ο ήρωάς μας περιφέρεται ανάμεσα σε δύο μυστηριώδεις και θαυμαστούς κόσμους. Συζητά για τα πάντα με την Κέι και κάνει συχνά έρωτα μαζί της, ενώ απολαμβάνει το ίδιο κάθε νέα συνάντηση με τους δικούς του. Ακόμη κι όταν ο πατέρας του τον επικρίνει έμμεσα για τη δουλειά του -«Οι συγγραφείς δεν μπορούν βασικά να νιώσουν πώς ζουν οι υπόλοιποι άνθρωποι»- αυτός δε χάνει το κέφι του, αφού δε νιώθει ότι τον αποπαίρνει. Στη συνέχεια μάλιστα προσπαθεί να του δώσει κουράγιο για να πάει μπροστά.
Καθώς όμως συμβαίνουν όλα αυτά κάτι αλλάζει στη ζωή του Χαράτα, κάτι που ο ίδιος δεν μπορεί να αντιληφθεί: γερνάει, αλλά δεν το βλέπει. Κάθε πρωί κοιτά τον εαυτό του στον καθρέφτη και βλέπει το ίδιο πρόσωπο, ενώ οι άλλοι κοιτάνε έναν άντρα που μέρα με τη μέρα καταρρέει. Του το λένε, μα δεν τους πιστεύει. Μέχρι που σε κάποια στιγμή απόλυτης αδυναμίας αντικρίζει κι αυτός την αλήθεια. Τότε αντιλαμβάνεται ότι το τίμημα της επαφής του με τον κάτω κόσμο είναι ακριβό. Δε θέλει ωστόσο να χάσει ξανά τους γονείς του. Τι να κάνει; Τι; Θα βρει τις απαντήσεις που ζητά, αλλά αυτές δε θα του αρέσουν.
Ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα που διαβάζεται μονορούφι και που, με το απροσδόκητό του τέλος, αφήνει μια μάλλον πικρή γεύση πίσω του. Μια ιστορία για τον έρωτα και την απώλεια, για τις προκαταλήψεις που αποκτούν σάρκα και οστά, για όλ’ αυτά που χάσαμε και για τ’ άλλα που ποτέ δεν είχαμε την τύχη να αποκτήσουμε.
Wednesday, January 19, 2011
Murasaki Shikibu – The Tale of Genji
Αυτό είναι, τουλάχιστον σύμφωνα με το οπισθόφυλλο το βιβλίου, το πρώτο μυθιστόρημα που γράφτηκε ποτέ. Συγγραφέας του φέρεται να είναι η Μουρασάκι, μια ορφανή από μητέρα γυναίκα, που έζησε στην αυτοκρατορική αυλή της Ιαπωνίας τον 11ο αιώνα. Προστάτης αλλά και επίδοξος μελλοντικός εραστής της είναι ο Γκέντζι, ο πρωταγωνιστής της ιστορίας, ο οποίος ανέλαβε τη φροντίδα της από παιδί, με σκοπό όταν μεγαλώσει να την κάνει γυναίκα του.«Ευτυχισμένος είναι αυτός του οποίου οι πράξεις περνάνε απαρατήρητες σ’ αυτό τον κόσμο», διαβάζουμε σε κάποιο σημείο του βιβλίου. Ο Γκέντζι, ο ήρωάς μας, την ομορφιά και τη νοημοσύνη του οποίου, εξυμνεί η συγγραφέας, σύμφωνα με τον πιο πάνω αφορισμό δε θα μπορούσε ποτέ να γίνει ευτυχισμένος. Τη βασική ευθύνη ωστόσο δεν τη φέρει ο ίδιος, αλλά το παρουσιαστικό και ο περίγυρός του, που του φουσκώνουν τα μυαλά, που δεν αφήνουν να βγει στο φως η καλοσύνη που κρύβει πίσω από την εικόνα του.
«Η ιστορία του Γκέντζι» είναι μια ιστορία παράφορου έρωτα και ατελείωτων απογοητεύσεων, μηχανορραφιών και επιδείξεων γνώσης και δύναμης, φιλίας και προδοσίας. Ο Γκέντζι μοιάζει με ένα άνθρωπο ελεύθερο μα φυλακισμένο, υπόδουλο στις ορμές του, τυφλό στις αδυναμίες του, γενναιόδωρο, θαραλλέο, μα και αλαζόνα. Αυτό το τελευταίο ελάττωμα είναι που θα τον βάλει στους περισσότερους μπελάδες, αλλά αυτό το ίδιο είναι που θα τον οδηγήσει κιόλας κάποτε στην εξορία και την αυτογνωσία.
Η Μουρασάκι έφτιαξε ένα μυθιστόρημα-χρονικό, μια μαρτυρία για μια ολόκληρη, χαμένη στο χθες εποχή, αλλά και μια ιστορία αγάπης, με πολλά ωστόσο αντικείμενα. Ο ήρωάς της είναι φτιαγμένος με μαστοριά και κατασκευασμένος με ποιητική στόφα. Τα γράμματά του είναι ποιήματα, τα λόγια του στάζουν μέλι. Θα ήταν τέλειος, αν δεν τον έτρωγε το σκουλήκι του ανικανοποίητου, αυτό που τον οδηγούσε ξανά και ξανά στην αναζήτηση «δύσκολων και μη συμβατικών σχέσεων».
«Ο ποιητής που είπε ότι αγαπάμε μόνο όσο ζούμε δε γνώριζε και πολλά πράγματα για την αγάπη», υποστηρίζει κάπου ο Γκέντζι. Μα μήπως γνωρίζει ο ίδιος; Αρχικά όχι. Αλλά όσο περνάει ο καιρός, όσο οι αναμνήσεις της έκλυτης ζωής και των αμέτρητων σωματικών απολαύσεων αρχίζουν να ξεθωριάζουν, τόσο αλλάζει και η ψυχοσύνθεσή του. Τόσο πιο πολύ χαρίζει την αγάπη και την αφοσίωσή του σ’ εκείνους που ηθελημένα ή άθελά του πλήγωσε και στο κορίτσι που, μόνο και μόνο με το να υπάρχει, τον έκανε καλύτερο άνθρωπο.
Δε θα μπορούσαμε να δώσουμε ένα ορισμό γι’ αυτό το βιβλίο, να το περιγράψουμε με λόγια απλά. Αν και ο παρόν τόμος περιλαμβάνει μόνο το ένα τέταρτο του πρωτότυπου κειμένου, που μάλλον ξεπερνά τις 1200 σελίδες, ξεχειλίζει από εικόνες ομορφιάς, στιγμές έρωτα, σκηνές ατελείωτου πόνου, ποίηση και σοφία. Κάτι σαν συσκευασία – όχι δύο σε ένα, αλλά πολλών διαφορετικών στοιχείων.
Η επιλεκτική ωστόσο μετάφραση των κεφαλαίων του, μοιάζει να του στερεί κάτι από την αρχική μαγεία, ενώ δεν απουσιάζουν και τα λάθη (κάποια στιγμή ένας αξιωματούχος θρηνεί για το θάνατο της κόρης του, για τον οποίο μόλις εκείνη τη στιγμή μαθαίνουμε, ενώ πού και πού υπάρχουν χρονικές ασυνέπειες). Ωστόσο οι χάρες του είναι τόσες πολλές που αξίζει να διαβαστεί από κάθε φίλο της γιαπωνέζικης λογοτεχνίας.
Wednesday, January 12, 2011
Ogai Mori – The Wild Geese
«Οι άγριες χήνες» γράφτηκαν πριν από ένα αιώνα, ανάμεσα στο 1911 και το 1913 και καθιέρωσαν τον συγγραφέα τους στην Ιαπωνία.Πρόκειται για μια ιστορία ανεκπλήρωτου έρωτα, κοινωνικών συμβάσεων, εθίμων και αλλαγών. Η Οταμά είναι μια πανέμορφη νέα γυναίκα που αναγκάζεται να γίνει η ερωμένη ενός άσχημου και αδίστακτου άντρα, του τοκογλύφου Σουεζό. Έχοντας περάσει από ένα άσχημο γάμο, που φαινομενικά της έχει στερήσει κάθε ελπίδα για μια καλή ζωή, η Οταμά βλέπει στο πρόσωπο του Σουεζό ένα σωτήρα και δυνάστη την ίδια ώρα. Σωτήρα επειδή βγάζει αυτήν και τον ταλαίπωρο γέρο πατέρα της από τα οικονομικά τους αδιέξοδα. Δυνάστη επειδή πρέπει να γίνει η ερωμένη του παρά το ότι δεν τον αγαπά.
Ο συγγραφέας παρακολουθεί στενά τις σκέψεις και τις δράσεις των ηρώων του, καταγράφει τις συγκρούσεις ανάμεσα στα θέλω και τα πρέπει τους. Περιγράφει λιτά αλλά άμεσα τη ψυχολογική κατάσταση της γυναίκας, που από τη μια στιγμή στην άλλη βρέθηκε από την αξιοπρεπή φτώχεια στα καταφρονητέα πλούτη, την παράδοσή της στο πεπρωμένο αλλά και τα όνειρά της για μια άλλη καλύτερη ζωή. Η Οταμά μοιάζει σαν πουλί στο κλουβί, φυλακισμένη πίσω από τα σίδερα της ανάγκης. Την ίδια ώρα ο πατέρας της νιώθει χαμένος. Η νέα του πλούσια ζωή, του φαίνεται λειψή δίχως εκείνην. Του λείπει και η δουλειά. Αλλά σιγά σιγά συνηθίζει. Έχοντας μεγαλώσει μόνος και με μεγάλη δυσκολία την κόρη του, πιστεύει πώς ό,τι έγινε έγινε για το καλό της. Αλλά ίσως απλά να προσπαθεί να κρύψει τις ενοχές του. Ο Σουεζό από την άλλη συμπεριφέρεται σαν να έχει αποκτήσει την απόλυτη ευτυχία. Ξεκινώντας από πολύ χαμηλά σκαρφάλωσε στην κορυφή, έχοντας σαν μοναδικά όπλα την πανουργία και τη φιλαργυρία του. Ήταν ένα απόβρασμα της κοινωνίας -πλην πλούσιο απόβρασμα- κι η Οταμά ήταν λες το τρόπαιο που του έλειπε, αυτό που θα δικαίωνε την ύπαρξή του. Ένα τρόπαιο όμως φευγάτο, αφού αν και ήταν ο εραστής της, εκείνη ποθούσε κάποιον άλλο. Κι αυτός ήταν ο Οκαντά, ένας φοιτητής που περνούσε συχνά πυκνά έξω από την πόρτα της στη διάρκεια των καθημερινών του περιπάτων. Η μορφή του φάνταζε στα μάτια της ευγενής. Το είναι του όλο την έκανε να τον ερωτευτεί και να τον ερωτευτεί μάταια.
Ο Μόρι δεν ενδιαφέρεται τόσο να γράψει μια ιστορία έρωτα όσο το να περιγράψει τις κοινωνικές συνθήκες μιας μεταιχμιακής εποχής. Μιας εποχής όπου η ιαπωνική κοινωνία δυτικοποιείται και αλλάζει ριζικά, όπου ο κόσμος ξαφνικά μικραίνει και οι άνθρωποι συναντιόνται στα σταυροδρόμια του χρόνου. Οι ήρωές του, είτε με τον ένα είτε με τον άλλο τρόπο, είναι όλοι χαμένοι, ακόμη και ο ψωροπερήφανος Σουεζό: χαμένοι στο μέσα τους, ανήμποροι ν’ αντισταθούν στη μοίρα, πλούσιοι μα φτωχοί, ξερόλες που δεν μπορούν να κατανοήσουν αυτά που τους συμβαίνουν. Παρά το ότι τους ταλαιπωρεί όμως την ίδια ώρα μοιάζει να τους παρατηρεί με συμπόνια. Σα να θέλει να μας πει ότι δε φταίνε αυτοί, φταίνε απλά οι καιροί.
Μια όμορφη στρωτή ιστορία που διαβάζεται σε μια καθισιά και που στο τέλος αφήνει πίσω της μια γλυκόπικρη γεύση. Σαν ένα κόκκινο αλλά όχι γλυκό κεράσι.
Wednesday, December 29, 2010
Amy Yamada – Trash
Αυτό το βιβλίο διαδραματίζεται στη Νέα Υόρκη, αλλά η συγγραφέας του είναι εκατό τοις εκατό γιαπωνέζα. Γεννήθηκε, μεγάλωσε και ζει στην Ιαπωνία, έγραψε περισσότερα από είκοσι βιβλία στη γλώσσα της και πήρε τα βραβεία Ναόκι και Μπουντζέι για τα μυθιστορήματα Soul Music Lovers Only και Bedtime Stories αντίστοιχα.Το Trash είναι η ιστορία μιας γιαπωνέζας γυναίκας, της Κοκό, που ζει στο Μανχάταν με τον εραστή της, τον αφροαμερικανό Ρικ, και το γιο του Τζέσι. Η Κοκό είχε φτάσει χρόνια πριν στις ΗΠΑ για να ξεφύγει από το αίσθημα καταπίεσης που ένιωθε στην πατρίδα της, κι από τότε κατάφερε όχι μόνο να τα βγάλει πέρα, αλλά να εξασφαλίσει κιόλας μια καλή δουλειά, ν’ αποκτήσει έμπιστους φίλους, να βρει τη δική της γη της επαγγελίας. Μέχρι να γνωρίσει τον Ρικ, η ερωτική της ζωή ήταν ασταθής. Άλλαζε συνεχώς εραστές, ψαχνόταν, δεν μπορούσε να ησυχάσει. Αυτός ήρθε για να την αλλάξει, για να τη μεταμορφώσει. Τον ερωτεύτηκε χωρίς καλά καλά να το καταλάβει, τον αγάπησε με πάθος, κι ας βαθιά μέσα της αναρωτιόταν το γιατί. Ο Ρικ ήταν ένας κινητός μπελάς. Χρόνια αλκοολικός, αδιάφορος, κακός πατέρας, εγωιστής εραστής. Κι όμως, δεν μπορούσε να φανταστεί τη ζωή της χωρίς αυτόν. Ήταν σαν να την είχε δέσει πάνω του με κάποιες αόρατες χειροπέδες: «Αλλά ίσως όλοι βαδίζουν στη ζωή δεμένοι με χειροπέδες, σκέφτηκε. Υπάρχουν χειροπέδες που μπορείς να δεις και χειροπέδες αόρατες». Όσο μεγάλος μπελάς κι αν ήταν ο Ρικ όταν χωνόταν στην αγκαλιά του τα ξεχνούσε όλα και ένιωθε μια απέραντη ευτυχία. Αυτός όμως και ο αλκοολισμός του δεν ήταν το μοναδικό της πρόβλημα. Ήταν και ο Τζέσι που της έβαζε δύσκολα. Γεννημένος και μεγαλωμένος μέσα σε ένα σπιτικό όπου οι καυγάδες και η κραιπάλη αποτελούσαν καθημερινά φαινόμενα, δεν μπορούσε εύκολα να προσαρμοστεί στα δεδομένα που συνεχώς άλλαζαν. Όταν χώρισαν οι γονείς του πήγε να ζήσει με τη μάνα του, μα δεν άντεξε, κι έτσι αποφάσισε να μείνει με τον πατέρα του. Ένα πατέρα ακατάλληλο, τον οποίο έπρεπε να φροντίζει ο ίδιος, αλλά που πολύ αγαπούσε. Μέχρι που ήρθε η Κοκό και έφερε περισσότερη σύγχυση στη ζωή του. Ναι, τώρα ήταν αυτή που σήκωνε τα περισσότερα από τα βάρη του σπιτιού, αλλά εκείνος πάντοτε ονειρευόταν ότι κάποια μέρα οι δικοί του θα έσμιγαν ξανά, κάτι που μάλλον ήταν αδύνατο να γίνει πια. Μ’ αυτή λοιπόν τη γυναίκα, με την εξωτική ομορφιά και την απερίγραπτη υπομονή, δεν ήξερε τι στάση να υιοθετήσει. Έτσι αποφάσισε, μάλλον από παιδικό πείσμα, να της κάνει τη ζωή δύσκολη, για να τη διώξει. Κι ας τον τρομοκρατούσε η ιδέα ότι θα τον άφηνε και πάλι μόνο με τον πατέρα του.
Το «Σκουπίδια» είναι μια ιστορία αδιεξόδων. Το αδιέξοδο ενός έρωτα που μοιάζει δίχως πραγματική ανταπόδοση («Είναι αυτοί που λένε τα λόγια της αγάπης που πληγώνονται»), μιας μοναχικότητας που ήταν αδύνατον να υπάρξει («Ήθελα να μείνω μόνη. Να χαθώ ανάμεσα στο πλήθος. Καταλαβαίνεις;»), κάποιων δυστυχισμένων ανθρώπων που απλά δεν μπορούσαν να αγαπήσουν («Οι άνθρωποι που δεν αγαπούν τους εαυτούς τους, δεν μπορούν να παρηγορήσουν τους άλλους») και ενός παιδιού που έμαθε από πολύ νωρίς ότι «όσο πιο απεγνωσμένα προσπαθείς ν’ αποκτήσεις την ευτυχία, τόσο πιο εύκολα ξεγλιστράει μέσα από τα χέρια σου».
«Οι άνθρωποι γίνονται καλοί όταν είναι με κάποιον που τους αρέσει», λέει κάποιος στην Κοκό. Κι αυτή, έχοντας στη σκέψη της τον Ρικ απαντάει: «Υπάρχουν άνθρωποι που δεν μπορούν να το κάνουν αυτό».
Ήταν λοιπόν ο Ρικ η καταδίκη της; Την άλλαξε, προς το καλύτερο και το χειρότερο. «Πριν η γοητεία της προερχόταν από την αυτοπεποίθηση και τον αυτοέλεγχο που ανέδιδε. Τώρα γοήτευε τους άλλους το πόσο εύθραυστη έδειχνε. Γεννούσε μέσα τους την επιθυμία να την προστατεύσουν», σκεφτόταν ο πρώην φίλος της, ο Γκρέγκορι.
Όσο περνούσε ο καιρός τόσο πλήθαιναν και τα προβλήματα. Η Κοκό έπρεπε να κάνει κάτι, για να σωθεί, αφού για εκείνον ήταν πια σίγουρη ότι δεν υπήρχε καμία σωτηρία. Στις δύσκολες στιγμές που την περίμεναν θα στεκόταν δίπλα της ένας φίλος καλός, αλλά και ο Τζέσι, που παρά το ότι γνώριζε πως η σχέση της με τον πατέρα του ήταν καταδικασμένη, έφτασε σιγά σιγά να την αγαπήσει, να τη νιώσει σαν δικό του άνθρωπο, περισσότερο κι απ’ τη μητέρα του.
Αυτή είναι μια καλογραμμένη ιστορία που καταπιάνεται με τις ακραίες του έρωτα καταστάσεις, αλλά και με τον τρόπο ζωής και τις προκαταλήψεις των ανθρώπων στη μεγαλούπολη. Η Γιαμάτα, με το βλέμμα του ξένου, ρίχνει μια διεισδυτική ματιά στη σύγχρονη αμερικανική κοινωνία, την εξυψώνει, την ισοπεδώνει. Μέσω της ηρωίδας της παραβαίνει όλους τους πολιτικώς ορθώς κανόνες και φτιάχνει ένα μυθιστόρημα αιχμηρό και βαθιά συγκινητικό.
Thursday, November 18, 2010
Seicho Matsumoto – Τόκιο Εξπρές
Κάπως παλιομοδίτικο μοιάζει και είναι αυτό το αστυνομικό μυθιστόρημα. Γραμμένο το 1957 με απλή στρωτή γραφή, χωρίς πολλές ανατροπές και μεγάλες συγκινήσεις, είναι ένα από εκείνα τα βιβλία που μάλλον δε θα αρέσει και πολύ στους σύγχρονους αναγνώστες της αστυνομικής λογοτεχνίας, αφού εκπαιδευμένοι καθώς είναι στα μοντέρνα θρίλερ, δε θα νιώσουν διαβάζοντάς το κάποια έκπληξη.Ωστόσο διαθέτει κι αυτό τα χαρίσματά του. Ένα μυστήριο η λύση του οποίου κρύβεται στα δρομολόγια των τρένων, ένα πεισματάρη επιθεωρητή που ταξιδεύει από τη μια άκρη της Ιαπωνίας στην άλλη ακολουθώντας τα στοιχεία και το ένστικτό του, και δύο όχι και τόσο μοιραίες γυναίκες. Επίσης αποτελεί κι ένα εκτενές σχόλιο γύρω από τη διαφθορά που επικρατεί στις δημόσιες υπηρεσίες, θέμα παντοτινό και παγκόσμιο.
Όλα αρχίζουν με τη διπλή αυτοκτονία ενός ζευγαριού σε μια παραλιακή πόλη. Τα πτώματα ενός υποδιευθυντή κάποιου υπουργείου και μιας γκαρσόνας σ’ ένα εστιατόριο στο Τόκιο, ανακαλύπτονται ξαπλωμένα δίπλα δίπλα στην ακροθαλασσιά κάποια αυγή. Εκ πρώτης όψεως όλα δείχνουν ότι όντως πρόκειται για τη διπλή αυτοκτονία κάποιων εραστών, αλλά ένας γηραιός επιθεωρητής έχει τις αμφιβολίες του, καθώς σύμφωνα με μια απόδειξη από το εστιατόριο του τρένου που έφερε τον άντρα στην πόλη, αυτός έφτασε εκεί μάλλον μόνος. Κάνει, με τα λιτά μέσα και στο λιγοστό χρόνο που διαθέτει, μια έρευνα που όμως ουσιαστικά δεν τον οδηγεί πουθενά. Κάτι ωστόσο, μια ιστορία από το παρελθόν, δεν τον αφήνει να ησυχάσει και να βάλει την υπόθεση στο αρχείο. Εκεί που νομίζει ότι έχει φτάσει σε αδιέξοδο και πώς δεν μπορεί να κάνει κάτι περισσότερο καταφθάνει απ’ το Τόκιο ο νεαρός επιθεωρητής Μιχάρα, ο οποίος συμμερίζεται την άποψή του ότι κάποιο λάκκο έχει η φάβα, κι ας μην υπάρχουν στοιχεία για να το αποδείξουν. Οι δύο άντρες επισκέπτονται μαζί τον τόπο που ανακαλύφθηκαν τα πτώματα, μοιράζονται τις σκέψεις τους και τα στοιχεία που διαθέτουν και τότε ακριβώς αρχίζει η κούρσα με το χρόνο του νεώτερου άντρα. Πεπεισμένος απόλυτα πια ότι η υπόθεση αξίζει περαιτέρω διερεύνησης αρχίζει να περιπλανιέται απ’ τη μια γωνιά του Τόκιο μέχρι την άλλη, αλλά και σε κάποιες άλλες πόλεις της χώρας, να κάνει ανακρίσεις, να μαζεύει στοιχεία για τα θύματά του και να στήνει έτσι, κομμάτι το κομμάτι, να δίνει μορφή στο πρωτότυπο πάζλ.
Το βιβλίο αυτό μοιάζει σαν ένα ασταμάτητο ταξίδι, στο χώρο και στο χρόνο, αλλά και στις ψυχές των ηρώων του. Κάποιοι από τους χαρακτήρες που περιγράφει μοιάζουν να έχουν όλα τα προτερήματα και τα ψεγάδια μαζί. Αθεράπευτη κακία, απέραντη αγάπη, προθυμία για θυσία, αδίστακτη σκληρότητα. Μοιάζουν να παίζουν με τη φωτιά, όχι γιατί το θέλουν, αλλά απλά επειδή δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς. Και τον περισσότερο καιρό συμπεριφέρονται με απίστευτη αλαζονεία, σα να λένε: Πιάσε με, αν μπορείς!
Η λύση του γρίφου, για τον υπογράφοντα τουλάχιστον, ήταν προβλέψιμη. Ο τρόπος που τελειώνει το βιβλίο όχι και τόσο, αφού δεν μου έτυχε να διαβάσω ποτέ ξανά κάποιο αστυνομικό που να δίνει όλες σχεδόν τις λύσεις μέσα από μια μακροσκελή επιστολή. Αν ζητάτε να διαβάσετε ένα θρίλερ γεμάτο αγωνία και δράση μάλλον θα σας απογοητεύσει. Αν θέλετε όμως να έρθετε σε επαφή με ένα από τα βιβλία που άνοιξαν το δρόμο για την κοινωνικό-αστυνομική λογοτεχνία στη χώρα του ανατέλλοντος ηλίου, αυτό θα αποτελούσε μια καλή αρχή.
Sunday, September 26, 2010
Yoko Ogawa – Άρωμα Πάγου
Και να που σιγά σιγά άρχισα να απολαμβάνω τις νουβέλες της Ογκάουα όσο αυτές της Γιοσιμότο. Αυτά τα γραπτά έχουν κάτι που απλά μαγεύει τον αναγνώστη και δε μιλώ κατ’ ανάγκη για το μεταφυσικό στοιχείο. Μάλλον είναι η απλότητα της γλώσσας και το απέριττο των περιγραφών τους, τα στοιχεία που ξεχωρίζω περισσότερο στα βιβλία τους. Και οι δύο καλές γιαπωνέζες συγγραφείς μοιάζουν να λένε απλά τις ιστορίες τους, δίχως καν να προσπαθούν, σαν κάποιους παλιούς καλούς παραμυθάδες, που γνωρίζουν από πάντα τα μυστικά μιας καλής αφήγησης.Το «Άρωμα Πάγου» διαβάζεται σαν ένα ταξίδι: στο χώρο (Ιαπωνία και Πράγα), στο χρόνο (του βασικού, αλλά νεκρού πρωταγωνιστή) και στις ψυχές (αυτών που ο νεκρός άφησε πίσω του).
Η Ρυόκο κάποια μέρα απαντά μια κλήση στο τηλέφωνο για να μάθει ότι ο αγαπημένος της έχει βάλει τέρμα στη ζωή του. Έχοντάς τα ολότελα χαμένα, αφού τίποτα δεν προμήνυε το μεγάλο κακό, τα επόμενα λεπτά τα ξοδεύει σιδερώνοντας το πουκάμισο του νεκρού πια Χιρογιούκι. Στη συνέχεια τη συναντάμε στο νεκροτομείο, στο προσκεφάλι του αγαπημένου της απόντα, να προσπαθεί ακόμη να συνηθίσει στη ιδέα του χαμού του. Και ύστερα αρχίζουν οι ανατροπές, καθώς η έκπληκτη γυναίκα μαθαίνει ότι ο άντρας της ζωής της της έκρυβε ένα σωρό μυστικά. Καταρχήν ότι είχε μητέρα και αδελφό, αν και όταν τον γνώρισε της είπε ότι ολόκληρη η οικογένειά του ήταν νεκρή. Και μετά, ότι ήταν μια μαθηματική ιδιοφυία, που μάλιστα κέρδισε βραβεία σε μεγάλους διαγωνισμούς. Ύστερα θα ανακαλύψει και ένα άλλο ταλέντο του: το πατινάζ στον πάγο, στο οποίο ήταν εξαιρετικός.
Μετά απ’ όλ’ αυτά η καημένη η γυναίκα δεν ξέρει ποια τι να πιστέψει. Όλη η ζωή του Χιρογιούκι ήταν ψέμα, κι αυτή φαινομενικά δεν αποτελούσε παρά ένα μόνο μέρος του. Ωστόσο, δεν περνά από το μυαλό της ούτε και για μια στιγμή κάποια άσχημη σκέψη για το άτομό του. Αντίθετα, τώρα που έχει πια οριστικά φύγει, μοιάζει να τον αγαπάει πιο πολύ. Έτσι αποφασίζει ν’ ανακαλύψει όσα περισσότερα πράγματα μπορεί για την πραγματική του ζωή – αυτή που έζησε πριν αρχίσει την καριέρα του σαν αρωματοποιός. Στην προσπάθειά της αυτή θα έχει την πλήρη συμπαράσταση του Ακίρα, αδελφού του θανόντος, που ζει με την ουσιαστικά ανήμπορη μητέρα του σε μια μικρή πόλη. Από εκεί ακριβώς θα αρχίσει το ταξίδι της στο μακρινό χθες του άντρα της. Ένα ταξίδι που -με συνοδό το άρωμα που έφτιαξε αποκλειστικά για κείνην, την Πηγή της Μνήμης- θα την οδηγήσει μέχρι και την Πράγα, όπου θα της συμβούν κάποια πράγματα θαυμαστά, που θα τη βοηθήσουν να κατανοήσει πλήρως το χαρακτήρα εκείνου του ανθρώπου, που για τόσο καιρό έζησε μαζί της, χωρίς να της πει ποτέ ποιος στ’ αλήθεια ήταν. «Ίσως μέσα σ’ έναν απ’ αυτούς τους τόμους, σε ένα σάπιο βιβλίο σε κάποια ημισκοτεινή γωνία αυτών των ραφιών, να είναι γραμμένος ο λόγος του θανάτου του Χιρογιούκι. Κι εκείνη η μοναδική σελίδα, χωρίς να διαβάζεται από κανέναν, συνεχίζει να κοιμάται σαν απολίθωμα», σκέφτεται καθώς τριγυρνά σε μια έρημη βιβλιοθήκη της μυθικής πόλης. Τις απαντήσεις ωστόσο που ζητά δε θα της βρει στις σελίδες ενός βιβλίου, αλλά στο πιο απίθανο μέρος – ένα μέρος μυστικό, το οποίο μόνο λίγοι και εκλεκτοί, μπορούν να επισκεφθούν.
Ένα κείμενο καλογραμμένο και ουσιαστικό, που λόγω και της εξαιρετικής και ρέουσας μετάφρασης του Παναγιώτη Ευαγγελίδη, διαβάζεται γρήγορα και απρόσκοπτα. Οι ιάπωνες μας υπενθυμίζουν για μία ακόμη φορά ότι το να μιλά κανείς για το θάνατο και την απώλεια δεν οδηγεί κατ’ ανάγκη στη θλίψη, αλλά στην τρυφερή συνειδητοποίηση και την αυτογνωσία.
Wednesday, September 15, 2010
Yukio Mishima – The Temple of the Golden Pavilion
«Αν και η ομορφιά χαρίζει τον εαυτό της στους πάντες, στην πραγματικότητα δεν ανήκει σε κανένα».Ποιητικές στιγμές, βαθυστόχαστες σκέψεις και απαισιοδοξία στάζει αυτό το μυθιστόρημα. Ο Μισίμα ρίχνει μια σκοτεινή ματιά στην ψυχή ενός αγοριού -στην αρχή κι ενός νέου άντρα στη συνέχεια- που αρχίζει να ανοίγει τα μάτια του στον κόσμο κάτω από κάθε άλλο παρά συνηθισμένες συνθήκες, αφού λίγο-πολύ είναι, ή μάλλον νιώθει αιχμάλωτος. Αιχμάλωτος της απόφασης των γονιών του να τον στείλουν να μεγαλώσει σ’ ένα βουδιστικό ναό, και μετά αιχμάλωτος και του ίδιου του ναού, που δεν τον αφήνει να ζήσει τη ζωή όπως τη θέλει – κι ας μην ξέρει τι ακριβώς είναι αυτό που θέλει.
Ο συγγραφέας φαίνεται να θέλει να μας πει ότι κάποιοι άνθρωποι πέφτουν πάντα θύματα των επιθυμιών των άλλων, αλλά και της δικής τους αναποφασιστικότητας. Αυτό ακριβώς συμβαίνει με τον ήρωά μας, τον νεαρό Μιζογκούσι. Πρόκειται για έναν από εκείνους τους ανθρώπους, που μοιάζουν να αιωρούνται μόνιμα πάνω από το κενό. Τη μια θέλει να κάνει το ένα πράγμα, την άλλη το επόμενο, είναι αντικοινωνικός, αλλά νιώθει έντονα την ανάγκη της επαφής με τους άλλους, είναι δειλός, κι όμως δε διστάζει να διαπράξει έγκλημα, είναι καλός, κι όμως η ιδέα της καταστροφής τον γεμίζει ευδαιμονία. Καθώς παρακολουθούμε την πορεία του στο χρόνο, νιώθουμε όλο και πιο σίγουροι ότι αυτός δε θα συναντήσει ποτέ την ευτυχία. Πού και πού τον αγγίζουν κάποιες μικρές χαρές, αλλά δεν υπάρχει έστω και μία πιθανότητα να γίνει ευτυχισμένος. Κι αυτό επειδή η ύπαρξή του όλη ξεχειλίζει από θλίψη και μια μόνιμη αίσθηση του ανικανοποίητου. Νιώθει ότι ο κόσμος όπως τον βλέπει, όπως τον ζει, δεν ανήκει σ’ αυτόν, αλλά μονάχα στους άλλους. Κι αυτό τον κόσμο θέλει να τον γκρεμίσει. Ωστόσο δεν το μπορεί. Η δειλία του τον αποτρέπει, αλλά και τον καθοδηγεί. Η τύχη μοιάζει να του ρίχνει χαστούκια, αλλά και να τον σπρώχνει, προς την αυτοκαταστροφή.
Ο Μιζογκούσι μοιάζει μ’ ένα σύγχρονο έφηβο, που προσπαθεί μάταια να βγάλει νόημα από τη ζωή, να καταλάβει τον κόσμο που τον περιτριγυρίζει. Είναι μόνος και συγχυσμένος. Είναι γαλήνιος και οργισμένος. Θέλει να ερωτευτεί και να σκοτώσει. Να ζήσει έντονα και να σκοτωθεί.
Ο Μισίμα, που μοιάζει να μοιράζεται πολλά κοινά με το δημιούργημά του, σκιαγραφεί τη νεαρή ψυχή του αναλυτικά και σε βάθος. Βγάζει τα δυνατά και τα αδύνατα σημεία της στο φως, χώνεται βαθιά στα σκοτάδια της. Η θλίψη του ήρωα μοιάζει να είναι θλίψη και του δημιουργού, που φαίνεται να βγάζει κραυγές απόγνωσης. Αυτός ο κόσμος πρέπει να αλλάξει ή να γκρεμιστεί, μέσος δρόμος δεν υπάρχει, μας λέει έμμεσα, κι ο Μιζογκούσι τελικά σπεύδει να μεταμορφώσει τα λόγια σε πράξεις. Σε πράξεις τρομακτικές, μα που στο τέλος της ημέρας μοιάζουν δικαιολογημένες.
Σ’ αυτή την ιστορία δεν υπάρχουν καλοί και κακοί – όλοι οι ίδιοι είναι. Σοφοί και βλάκες, ευλαβείς και αμαρτωλοί, όλοι τα ίδια κρίματα κουβαλάνε, και ο αναγνώστης, αν και δεν είναι εύκολο να τους συμπαθήσει, θέλοντας και μη αναγκάζεται να τους αντικρίσει με κατανόηση. Κι αυτό, αφού με τα λόγια και με τις πράξεις τους, όλο και κάτι θα του θυμίζουν απ’ τον δικό του εαυτό.
Γλυκόπικρο, σαν ποίημα ερωτικό και σαν ελεγεία.
Wednesday, September 8, 2010
Haruki Murakami – Norwegian Wood
Όσο πιο πολύ διαβάζω Χαρούκι Μουρακάμι τόσο πιο πολύ πείθομαι ότι ο καλός συγγραφέας είναι θύμα της φήμης του. Δεν εξηγείται αλλιώς το γεγονός ότι διάφοροι κριτικοί συνηθίζουν να «θάβουν» τα βιβλία του από καιρόν εις καιρόν. Ίσως αν μην ήταν τόσο επιτυχημένος, και αν δεν κοίταζε το σήμερα, αλλά το μακρινό χθες της χώρας του, να έχαιρε μεγαλύτερου σεβασμού. Όχι πώς το «Νορβηγικό Δάσος» αναφέρεται στο σήμερα αλλά να, άλλο ο γοητευτικός 19ος αιώνας και άλλος ο 20ος, των σίξτις μάλιστα. Των σίξτις της Ιαπωνίας, και όχι των ΗΠΑ, της Βρετανίας ή της Γαλλίας, τα οποία ωστόσο ήταν επενδυμένα με το ίδιο παντού σάουντρακ: τα τραγούδια των Μπιτλς. Από ένα τραγούδι της μπάντας είναι παρμένος εξάλλου και ο τίτλος του βιβλίου.Σ’ αυτό παρακολουθούμε τη ζωή ενός φοιτητή στο Τόκιο, που μάλλον δεν ξέρει που πατά και που πηγαίνει. Ο Τορού, ο οποίος μοιάζει να ακροβατεί ανάμεσα στον ενθουσιασμό και την απάθεια, είναι ένας από εκείνους τους ανθρώπους που δε μοιάζουν ικανοί να πάρουν μια απόφαση στη ζωή τους, που αφήνουν τον εαυτό τους να παρασύρεται απ’ των καιρών τα ρεύματα, αλλά και που είναι ικανοί, όταν αγαπήσουν, να χαριστούν σώμα και ψυχή σ’ ένα άτομο, ακόμη κι αν αυτή η πράξη είναι σίγουρο ότι θα τους οδηγήσει σε αδιέξοδο. Σ’ ένα τέτοιο αδιέξοδο μοιάζει να βρίσκεται κι αυτός, όπως τον βλέπουμε να αναπλάθει τη ζωή του μέσα από τις αναμνήσεις του. Από τη μια είναι αθεράπευτα ερωτευμένος με την Ναόκο, το κορίτσι του νεκρού πια καλύτερού του φίλου, κι από την άλλη τον παρακολουθούμε να δένεται όλο και πιο πολύ με την Μιντόρι, μια κοπέλα που έχει καθημερινά πάρε-δώσε με το θάνατο και που πόνεσε περισσότερο από κάθε άλλη. Ο Τορού σ’ ολόκληρη τη διάρκεια της ιστορίας ακροβατεί ανάμεσα στην παράνοια που προβάλλει η δεύτερη και το ψυχικό χάος που καταλαμβάνει την πρώτη, ενώ πού και πού, για να ξεφύγει απ’ την τρέλα που τον απειλεί και να βρει ένα είδος εύθραυστης ισορροπίας, βγαίνει μ’ ένα πλούσιο φίλο του, τον Ναγκασάβα, που δεν έχει και σε μεγάλη υπόληψη τους ηθικούς κανόνες.
Το «Νορβηγικό Δάσος» είναι μια στρωτή ιστορία με αρχή, μέση και τέλος, που μιλά για τα μη επαναστατημένα νιάτα και τα προβλήματά τους και για τη σύγχρονη Ιαπωνία, όπου οι άνθρωποι μοιάζουν απόλυτα αποξενωμένοι ο ένας απ’ τον άλλο. Ο Τορού, αν και ζει σε φοιτητική εστία μοιάζει να είναι τραγικά μόνος, ενώ η μοναξιά φαίνεται να κατατρώει και τις ζωές των άλλων ηρώων: της Μιντόρι, που παρά το ότι έχει φίλο νιώθει να πνίγεται, της Ναόκο, που μοιάζει να έχει χάσει κάθε επαφή με τον πραγματικό κόσμο, ακόμη και του Ναγκασάβα, που η αδυναμία του να αγαπήσει μία γυναίκα και να της μείνει πιστός τον μεταμορφώνει από ένα αδίστακτο χαρακτήρα σε μια τραγική φιγούρα.
Η μουσική ξεχειλίζει από τις σελίδες του βιβλίου και μοιάζει να είναι το νήμα που δένει τους ήρωες. Μέσα από τα τραγούδια δημιουργούνται νέες αναμνήσεις, επανέρχονται παλιές και γράφονται ακόμη και επικήδειοι λόγοι. Εδώ έχουμε ένα γλυκόπικρο καλογραμμένο κείμενο, που αν και δε φτάνει στο ύψος του Kafka on the Shore, διαβάζεται γρήγορα κι αφήνει έντονο στο μυαλό του αναγνώστη το αποτύπωμά του. Δυτικότροπο; Ίσως ναι. Αλλά αυτό δεν υποβαθμίζει την αξία του.
Friday, September 3, 2010
Yasunari Kawabata - Kyoto
Για κάποιο λόγο, που δεν είναι του παρόντος να εξηγήσω, εδώ και λίγες μέρες άρχισα σιγά-σιγά ν’ ασχολούμαι με την ιαπωνική λογοτεχνία. Είπα πρώτα να ανατρέξω στη βιβλιοθήκη μου προτού πάρω στα χέρια μου τα βιβλία που είναι καθ’ οδόν από τας Αμερικάς και το Άμαζον.Πριν λίγες μέρες σας μίλησα για το Κάπα του Ακουταγκάουα, ενώ σήμερα θα αναφερθώ στο Κιότο του Γιασουνάρι Καβαμπάτα, ενός ακόμη αυτόχειρα συγγραφέα.
Το ανά χείρας βιβλίο είναι και δεν είναι η ιστορία της Κιέκο, μιας συνηθισμένης κοπέλας, την οποία παράτησαν οι γονείς της έξω από ένα σπίτι στο Κιότο, και την οποία ανέλαβε να αναθρέψει η οικογένεια που τη βρήκε. Τώρα, καθώς βρίσκεται στα είκοσί της χρόνια συλλαμβάνει τον εαυτό της όλο και πιο συχνά ν’ αναρωτιέται γιατί την εγκατέλειψαν, ποιοι ήταν οι αληθινοί της γονείς και πώς θα ήταν η ζωή της αν ήταν ακόμη μαζί τους.
Φυσικά, σε όλα αυτά τα ερωτήματα φαίνετ’ απίθανο να βρει κάποια μέρα τις απαντήσεις, αλλά οι μοίρες έχουν άλλη άποψη. Έτσι, κάποια φορά, εντελώς στα ξαφνικά, οδηγούν στο δρόμο της τη δίδυμη αδελφή της. Και τότε όλα αλλάζουν.
Το Κιότο είναι ακριβώς αυτό που λέει ο τίτλος: ένα βιβλίο που μιλά για την ιαπωνική πόλη. Ο μύθος του είναι μάλλον φτωχός κι η αφήγηση αργή, αλλά και τα δύο εξυπηρετούν την ιστορία μια χαρά. Οι δύο αδελφές, ο χωρισμός κι η επανασύνδεσή τους, αποτελούν μονάχα τις αφορμές, τα άλλοθι του συγγραφέα, που μοιάζει να θέλει πιότερο να μιλήσει με νοσταλγία πικρή για την πόλη του, που στο πέρασμα του χρόνου μοιάζει να χάνει την ψυχή της, να δυτικοποιείται και να βαδίζει με όλο και πιο γοργά βήματα προς ένα μέλλον που στα μάτια του φαντάζει ψεύτικο κι αβέβαιο, ασύμβατο με την ιαπωνική ψυχή. Ένας από τους ήρωές του λέει κάπου: «Στις μέρες μας πια μιλάμε μόνο για ιδέες και αισθήσεις. Ακόμα και για τα χρώματα αναφερόμαστε στα δυτικά πρότυπα.» Το παράπονο μεγάλο και μοιάζει να ξεχειλίζει.
Όσο, ωστόσο, το βιβλίο αυτό θυμίζει μια ελεγεία για τη ζωή που χάνεται, άλλο τόσο αποτελεί έναν ύμνο στη φύση. Είναι ένα καταπράσινο και με τον τρόπο του οικολογικό βιβλίο. Η ηρωίδα του, η Κιέκο, μοιάζει να αγαπά όλα τα δέντρα και όλα τα λουλούδια, τα βουνά, τα ποτάμια, ακόμη και τη βροχή. Βλέπει την ομορφιά σε όλα τα στοιχεία της φύσης και τη διαλαλεί, όπως κι ένας νεαρός φίλος της εξάλλου, ο Χιντεό: «Τα λουλούδια έχουν ζωή. Ζωή σύντομη, που όμως δεν περνάει απαρατήρητη. Τα χρόνια πάνε κι έρχονται, μπουμπούκια ανοίγουν...» λέει αυτός. Ενώ ο πατριός της παρατηρεί ότι: «Οποιοδήποτε λουλούδι, ανάλογα με τον τρόπο ή τη στιγμή που το βλέπεις, μπορεί να σε μαγέψει.»
Το Κιότο είναι ένα λίγο λυπημένο, μα καλογραμμένο βιβλίο, που οπωσδήποτε δεν προσφέρεται για ανάγνωση σε κάποια παραλία. Αν θελήσετε να το διαβάσετε κάντε το κάποια λυπημένη νύχτα του χειμώνα, ώστε να νιώσετε σε βάθος αυτά που προσπαθεί να μεταδώσει.
Ryu Murakami – In the Miso Soup
Ο Ρίου Μουρακάμι δεν είναι τόσο γνωστός όσο ο καλτ Χαρούκι, αλλά είναι και αυτός ένας εξαιρετικός συγγραφέας, που ασχολείται συνήθως με το σκοτάδι που κρύβεται στις ψυχές των ανθρώπων.Το “In the Miso Soup”, που σύμφωνα με τον Γκάρντιαν θυμίζει κάτι από το “American Psycho” είναι η ιστορία ενός νεαρού γιαπωνέζου, του Κέντζι, που αναλαμβάνει έναντι αμοιβής να ξεναγεί τους τουρίστες στην περιοχή με τα «κόκκινα φανάρια» του Τόκιο. Αν και δεν πρόκειται για σπουδαία δουλειά, του εξασφαλίζει τα προς το ζην κι αυτό τον ικανοποιεί. Ωστόσο αυτό που κάνει περιέχει και κάποιο ρίσκο, το οποίο κάποτε θα πάρει σάρκα και οστά όταν θα γνωρίσει έναν αμερικανό τουρίστα που ακούει στο όνομα Φρανκ. Ο Φρανκ δεν μοιάζει με κανένα από τους προηγούμενους πελάτες του, αφού φαίνεται να προέρχεται από έναν εντελώς διαφορετικό κόσμο απ’ αυτόν που ο ίδιος του περιγράφει. Όλη του η ζωή μοιάζει να είναι ένα ψέμα, μια φάρσα, μια έμπνευση της στιγμής. Μια έμπνευση που θα κοστίσει μάλλον ακριβά στην ψυχολογία του ανυποψίαστου αρχικά Κέντζι, αφού στο πρόσωπο του πελάτη του θα γνωρίσει μια ζώσα εκδοχή του εφιάλτη.
Ο Μουρακάμι θέλοντας να μιλήσει για τον σεξοτουρισμό και να περιγράψει τα πράγματα και τις καταστάσεις που επικρατούν στην περιβόητη περιοχή του Καμπούκι-τσο στο Τόκιο, δημιουργεί ένα ατμοσφαιρικό θρίλερ, το οποίο κατά κύριο λόγο λαμβάνει χώρα μέσα στο κεφάλι του ήρωά του. Ο Φρανκ μοιάζει να παίζει το παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι με τον Κέντζι, λέγοντάς του ασύστολα ψέματα, υποστηρίζοντας κάτι για να το ανατρέψει λίγο μετά, φυτεύοντας στο μυαλό του φοβερές υποψίες, που δεν μπορεί παρά να αποδειχτούν αληθινές.
Με εξαίρεση μια σκηνή μακελειού η ψυχολογική βία είναι αυτή που κλέβει την παράσταση σ’ αυτό το βιβλίο. Καθώς παρακολουθούμε το δράμα που διαδραματίζεται στη ζωή αλλά και μέσα στο μυαλό του Κέντζι, και βλέπουμε τους φόβους και τις αγωνίες του να βγαίνουν στο φως, δεν μπορούμε παρά να νιώσουμε κάποιου είδους συμπόνια γι’ αυτόν, αλλά και κάπου να εκνευριστούμε με την ατολμία του. Ο φόβος του για τον Φρανκ μοιάζει να παγώνει εκτός απ’ την ψυχή, κι αυτήν ακόμη τη λογική του, καθιστώντας τον σχεδόν εν αγνοία του πιόνι στη σκακιέρα του αδίστακτου αμερικανού.
Το παρόν είναι ένα βιβλίο για την απόγνωσή, αλλά και τη μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου, για την αγωνία του για αποδοχή και αναγνώριση από τους άλλους, αλλά και για την παραίτηση από τη ζωή, την καταβύθιση στην παθητικότητα πολλών νέων ανθρώπων, που μεγαλώνουν αστραπιαία και παραδίδονται στα πιο σκοτεινά τους ένστικτα, ανίκανοι να πιαστούν από το όχημα μιας κοινωνίας που μοιάζει να τρέχει και να αλλάζει με αστραπιαία ταχύτητα.
Οι κόσμοι που μας περιγράφει ο Μουρακάμι δεν είναι όμορφοι, κι ούτε αγγελικά πλασμένοι, θυμίζουν σκηνές νουάρ και αποπνέουν τρόμο, αλλά μοιάζουν πέρα και πέρα αληθινοί, φτιαγμένοι με τα υλικά μιας πραγματικότητας θλιβερής και ουσιαστικά αναπόφευκτης.
Καλύτερο από το “Piercing” των ατελείωτων σιωπών.
Natsuo Kirino - Out
Μου αρέσει πολύ να διαβάζω αστυνομική λογοτεχνία: σύγχρονη αμερικάνικη, αγγλική και τώρα τελευταία γιαπωνέζικη. Θεωρώ ότι οι συγγραφείς αυτού του συγκεκριμένου είδους είναι πραγματικοί ανατόμοι της κοινωνίας, όχι βέβαια τόσο οι αμερικανοί, όσο οι άγγλοι και οι γιαπωνέζοι. Τώρα, που το σκέφτομαι, κι από τους άγγλους ένας μόνος ξεχωρίζει, ο... σκοτσέζος Ίαν Ράνκιν, που γράφει για την πόλη του το Εδιμβούργο, όπως γράφει κι η Νάτσουο Κιρίνο για τη δική της, το Τόκιο. Η διαφορά της τελευταίας με όλους: δεν φαίνεται να την ενδιαφέρει το ίδιο το έγκλημα, αλλά το τι οδηγεί σ’ αυτό. Γράφει ξανά και ξανά για το σκοτάδι που φωλιάζει στις καρδιές των ανθρώπων και που από στιγμή σε στιγμή μπορεί να βγει με το έτσι θέλω, βίαια, στο φως.Στο ανά χείρας βιβλίο, το πρώτο της συγγραφέως νομίζω που μεταφράστηκε στα αγγλικά (ακολούθησαν τα Grotesque και Real World, τα οποία θα παρουσιάσω εδώ τις επόμενες βδομάδες), το έγκλημα κι ο εγκληματίας μας αποκαλύπτονται απ’ το οπισθόφυλλο, τα κίνητρα του φόνου απ’ τις πρώτες σελίδες και η ιστορία ενός εγκληματία που θέλει να πάρει εκδίκηση πριν το ένα τέταρτο του βιβλίου. Τι μας μένει να μάθουμε, λοιπόν; Την κατάληξη μονάχα. Κι εδώ ακριβώς αναδεικνύεται η μαεστρία της Κιρίνο, καθώς παίρνει μια συνηθισμένη εγκληματική ιστορία και την τοποθετεί μέσα στα χρονικά της όρια, μιλά για την οικονομική κρίση, για τα προβλήματα των σύγχρονων οικογενειών, για την αποξένωση, για την απίστευτη καταπίεση στην οποία υποβάλλονται οι απλοί άνθρωποι για να τα βγάλουν πέρα. Σ’ όλα αυτά προσθέστε τη Γιακούζα, τους τοκογλύφους, τα παιδιά που μισούν ακόμη και τη θέα των γονιών τους, τη φιλία που μοιάζει να στηρίζεται σε πήλινα πόδια, και την κοινωνία που απαιτεί απ’ τους ανθρώπους να είναι πάντα χρήσιμοι, δηλαδή καταναλωτές, και ιδού: ένα αριστούργημα!
Όλα αρχίζουν όταν μια συνηθισμένη νοικοκυρά, που ακούει στο όνομα Γιαγιόι, σε μια στιγμή δικαιολογημένης τρέλας, σκοτώνει τον άντρα της με τα ίδια της τα χέρια. Ευρισκόμενη σε απόγνωση και μη ξέροντας τι να κάνει στρέφεται σε μια φίλη της απ’ τον εργοστάσιο όπου δουλεύει τις νύχτες για να ζητήσει βοήθεια, τη Μασάκο. Αφού σκέφτονται κι αποφασίζουν ότι δεν μπορούν να πάνε στην αστυνομία, δεν τους μένει παρά μία και μόνο λύση: να ξεφορτωθούν το πτώμα. Ναι, αλλά πώς; Κάνοντας εκείνο που ξέρουν καλύτερα, δουλεύοντας τα μαχαίρια. Τον κομματιάζουν, λοιπόν, με τη βοήθεια άλλων δύο γυναικών και τον παραχώνουν σε σακούλες με σκουπίδια, τις οποίες σκοπεύουν να ξεφορτωθούν σε διάφορα σημεία της πόλης. Η μια απ’ αυτές όμως είναι κάπως επιπόλαια και πολύ δειλή με αποτέλεσμα να αφήσει όλες τις δικές της στους κάλαθους ενός πάρκου, με αποτέλεσμα να τις ανακαλύψει η αστυνομία. Τότε αρχίζει ένας κύκλος ερευνών, ο οποίος οδηγεί στη σύλληψη ενός ιδιοκτήτη χώρων αναψυχής, με εγκληματικό παρελθόν, ενώ εκείνες μοιάζουν να τη βγάζουν καθαρή. Έλα, όμως, που πίσω έχει η γάτα την ουρά, αφού καθώς δεν προκύπτουν στοιχεία που να συνδέουν τον άντρα με το έγκλημα, τελικά, τον αφήνουν ελεύθερο. Στο μεταξύ, όμως, εκείνος έχει χάσει τα πάντα, κι έτσι τώρα ζητάει να πάρει την εκδίκησή του. Είναι σίγουρος ότι πίσω από το φόνο κρύβεται η γυναίκα του θύματος, αλλά δεν του φαίνεται πιθανόν να το έκανε δίχως συνεργό. Και τότε όλα αρχίζουν.
Η Κιρίνο δεν διστάζει να περιγράψει με λόγια σκληρά και γλώσσα ατίθαση αυτά που συμβαίνουν, να αναδείξει το ανθρώπινο χτήνος και όλα τα κακά που προκύπτουν απ’ την αποθέωση του χρήματος. Μας δείχνει με δυο λόγια τι μπορεί να μετατρέψει, απ’ τη μια στιγμή στην άλλη, κάποιες συνηθισμένες νοικοκυρές σε στυγνές δολοφόνους. Η αγάπη δεν έχει κανένα ρόλο σ’ αυτή την ιστορία, καλοί και κακοί δεν υπάρχουν. Όλοι στο ίδιο καζάνι βράζουν. Όσο για τον έρωτα, αυτός ξεψύχησε στις βιομηχανικές ζώνες. Η Μασάκο, αυτή που καταλαμβάνει τελικά τον κεντρικό ρόλο στον κορμό της αφήγησης, είναι ένας από τους πιο αξέχαστους χαρακτήρες, που δημιουργήθηκαν από πένα σύγχρονου συγγραφέα.
Οι αγγλοσάξονες επεφύλαξαν διθυραμβικές κριτικές γι’ αυτό το βιβλίο και δικαιολογημένα, αφού είναι ένα εξαιρετικό ανάγνωσμα. Το μόνο που ξέχασαν να αναφέρουν αυτό που γράφω στην αρχή: κανένας απ’ τους δικούς τους συγγραφείς, δεν θα μπορούσε ποτέ να το γράψει.
Μία ακόμη από τις «χρυσές σελίδες» της γιαπωνέζικης λογοτεχνίας.
Subscribe to:
Posts (Atom)






