Showing posts with label Haruki Murakami. Show all posts
Showing posts with label Haruki Murakami. Show all posts

Tuesday, July 3, 2012

Haruki Murakami – Hear the Wind Sing


Το Hear the Wind Sing είναι ένα από τα «αποκηρυγμένα» κείμενα του Χαρούκι Μουρακάμι, ένα δηλαδή από εκείνα τα βιβλία που δεν θέλει να εκδοθούν ποτέ ξανά (αν και σύμφωνα με κάποιες φήμες που φτάνουν στ' αυτιά μου ίσως και να το κάνει, αλλά μόνο στα αγγλικά), αφού τα θεωρεί κατώτερα των προσδοκιών ή της φήμης του.

Όπως και νάχει, το συγκεκριμένο βιβλίο αποτελεί κατά κάποιο τρόπο μια ιστορία ενηλικίωσης, αν και οι πρωταγωνιστές του, όταν διαδραματίζονται τα γεγονότα δεν είναι ακριβώς έφηβοι.

Αυτή είναι η ιστορία του ανώνυμου αφηγητή και του φίλου του, Αρουραίου. Πρόκειται για δύο νέους άντρες, που προσπαθούν μέσα από συζητήσεις, διαβάσματα, μικρές και σχεδόν αδιάφορες περιπέτειες, να βρουν το δρόμο τους σ’ αυτό τον κόσμο.

Τι τους ενώνει; Καταρχήν το ότι γνωρίστηκαν κάτω από ασυνήθιστες συνθήκες, στη διάρκεια ενός αυτοκινητιστικού δυστυχήματος, αλλά κατά κύριο λόγο το ότι κρύβουν κι οι δυο μέσα τους πολλή σκοτάδι: «Οι άνθρωποι με σκοτεινές ψυχές δεν μπορούν παρά να έχουν σκοτεινά όνειρα. Οι άνθρωποι με αληθινά σκοτεινές ψυχές δεν μπορούν παρά να ονειρεύονται».

Οι αμπελοφιλοσοφίες και η μπυροποσία μοιάζουν να είναι τα μεγάλα τους ατού, τουλάχιστον στα δικά τους μάτια. Έτσι ο Αρουραίος υπόσχεται στον εαυτό του «να λέει μονάχα τα μισά απ’ όσα σκέφτεται», ακόμη κι αν θεωρεί ότι «η ζωή είναι άδεια», ενώ και τα ψέματα δεν τον πολυχαλούν αφού: «Αν λέγαμε μόνο την αλήθεια, τότε η αλήθεια θα έχανε μέρος από την αξία της».

Οι δυο φίλοι μοιάζουν να συμπληρώνουν ο ένας τον άλλο αν και περισσότερο φαίνονται να σπαταλούν τη ζωή όταν είναι μαζί παρά να τη ζούνε. Τίποτα συναρπαστικό δεν τους συμβαίνει, η μια μέρα ακολουθεί την άλλη ατάραχα, οι συζητήσεις δίνουν και παίρνουν, μα τίποτα δεν αλλάζει. Ζουν μέσα στα κεφάλια τους. Ακόμη και όταν βρίσκουν ένα κορίτσι στο δρόμο μεθυσμένο και το οδηγούν στο σπίτι του, τίποτα δεν συμβαίνει. Κι ακριβώς επειδή δεν συμβαίνει τίποτα, την επόμενη μέρα όταν η κοπέλα συνέρχεται, δεν πιστεύει ότι δεν την εκμεταλλεύτηκαν. Στο σύγχρονο κυνικό κόσμο όπου ζει δεν μπορεί να πιστέψει ότι βρέθηκαν κάποιοι που απλά προσφέρθηκαν να τη βοηθήσουν.

Ο καιρός αργά ή γρήγορα περνά, οι δύο φίλοι συνεχίζουν να διαβάζουν πεισματικά νεκρούς συγγραφείς (ανάμεσά τους ο Νίκος Καζαντζάκης και το «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται») και κάποτε αναπόφευκτα οι δρόμοι τους χωρίζουν. Ο Αρουραίος, που αν και ευκατάστατος μισεί «τους πλούσιους επειδή δεν έχουν φαντασία», γίνεται συγγραφέας, ενώ ο αφηγητής καταλήγει παντρεμένος στο Τόκιο.

«Πρέπει να σκεφτόμαστε διαρκώς για να επιβιώσουμε», διαβάζουμε κάπου, κι αυτό το βιβλίο προσφέρει πολλή τροφή για σκέψη. Όντως, δεν είναι ένα από τα καλύτερα του συγγραφέα, αλλά είμαι σίγουρος ότι οι πιστοί του φίλοι, αν το έπαιρναν στα χέρια τους, θα το διάβαζαν με ευχαρίστηση.

Tuesday, November 8, 2011

Haruki Murakami – 1Q84


Επιτέλους ήρθε ο καιρός της Μουρακαμιάδας. Το 1Q84 ήταν ένα από τα πλέον αναμενόμενα βιβλία της χρονιάς σε ολόκληρο τον κόσμο με αποτέλεσμα να γίνει μπεστ σέλερ στη δύση βδομάδες προτού κυκλοφορήσει. Οι φίλοι του καλού συγγραφέα, όπως θα ανέμενε κανείς το περίμεναν πώς και πώς και τα ξένα φόρουμ πήραν φωτιά. Δικαίωσε όμως τις μεγάλες προσδοκίες; Και ναι και όχι. Πολλοί αναγνώστες θεώρησαν ότι θα μπορούσε να είναι και καλύτερο ενώ και οι συνήθως γενναιόδωροι προς το συγγραφέα αγγλοσάξονες κριτικοί διχάστηκαν, με αποτέλεσμα οι γνώμες τους να φάσκουν και να αντιφάσκουν. Ίσως το γεγονός ότι η κυκλοφορία του στην Ιαπωνία είχε πάρει, όταν κυκλοφόρησε πριν από δύο χρόνια, χαρι-ποτερικές διαστάσεις, να τους προδιέθεσε για κάτι το πραγματικά εξαιρετικό, και το τελικό αποτέλεσμα να τους απογοήτευσε.
     Είναι όμως το 1Q84 κάτι το πραγματικά εξαιρετικό; Θα έλεγα όχι. Είναι όμως ένα καλογραμμένο βιβλίο που φωνάζει «Μουρακάμι» και το οποίο μέσω της ιστορίας του μας ταξιδεύει στα γνωστά μονοπάτια της φαντασίας του συγγραφέα. Τα γεγονότα διαδραματίζονται το 1984, σε ένα κόσμο παράλληλο με το δικό μας, τον οποίο μια από τις βασικές πρωταγωνίστριες μετονομάζει 1Q84. Σ’ αυτόν τον κόσμο όλα μοιάζουν τα ίδια με τον κανονικό, αλλά δεν είναι ακριβώς έτσι. Καταρχήν κάποια ιστορικά γεγονότα που συνέβηκαν από δω δεν συνέβηκαν από κει και το αντίστροφο, ενώ οι στολές και τα όπλα των αστυνομικών είναι επίσης κάπως διαφορετικά. Μα το πιο σημαντικό είναι ότι στον 1Q84 υπάρχουν δύο φεγγάρια: το κανονικό και ένα μικρότερο πράσινο.
     Σ’ αυτόν τον κόσμο εισέρχεται φαινομενικά τυχαία η Αομάμι, μια κάπως ιδιόρρυθμη γυναίκα, εκεί γύρω στα τριάντα της, που είναι πλήρους απασχόλησης γυμνάστρια και μερικής απασχόλησης δολοφόνος. Δεν σκοτώνει όμως όποιον κι όποιον, αλλά μονάχα αυτούς που κακοποιούν τις γυναίκες. Και αν και αμείβεται γι’ αυτό, δεν το κάνει για τα λεφτά, αλλά απλά και μόνο επειδή θέλει να καθαρίσει τη γη απ’ αυτά τα καθάρματα. Και στον ένα και στον άλλο κόσμο, η Αομάμι είναι μόνη. Και στον ένα και στον άλλο κόσμο είναι ερωτευμένη μ’ έναν άντρα ονόματι Τέγκο, του οποίου το χέρι κράτησε για μια στιγμή στα δέκα της χρόνια, κάποιον που δεν ξέχασε ποτέ αφού μεγαλώνοντας σ’ ένα εχθρικό περιβάλλον ήταν ο μοναδικός που της συμπεριφέρθηκε με καλοσύνη.
     Ο Τέγκο είναι σήμερα καθηγητής μαθηματικών. Ζει μια συνηθισμένη ζωή, στα όρια της βαρεμάρας. Διδάσκει τρεις ημέρες τη βδομάδα σ’ ένα σχολείο, δουλεύει τα λογοτεχνικά του κείμενα, τα οποία παραμένουν ανέκδοτα και μια φορά την εβδομάδα συναντιέται με την παντρεμένη ερωμένη του και ξεδίνει κάπως. Η ζωή του όμως θα αλλάξει από τη μια στιγμή στην άλλη συνταρακτικά όταν ένας εκδότης θα του ζητήσει να ξαναγράψει το βιβλίο μιας δεκαεφτάχρονης κοπέλας που ακούει στο όνομα Φούκα-Έρι. Το κείμενό της είναι άκομψο, σχεδόν παιδικό, αλλά ο μύθος της είναι πολύ δυνατός, κάτι που καθηλώνει τον αναγνώστη. Τώρα ο Τέγκο πρέπει να το ραφινάρει να του δώσει εκείνο το κάτι που χρειάζεται για να το κάνει ευανάγνωστο. Παρά τους αρχικούς του ενδοιασμούς λοιπόν ρίχνεται με τα μούτρα στη δουλειά και τα αποτελέσματα κρίνονται περισσότερο από ικανοποιητικά, καθώς το βιβλίο δεν γίνεται μόνο μπεστ σέλερ, αλλά κερδίζει και το πιο σημαντικό λογοτεχνικό βραβείο της χώρας. Το γεγονός αυτό τονώνει την αυτοπεποίθηση του Τέγκο, αλλά αναστατώνει κιόλας τη μοναχική ζωή του, αφού νέοι άνθρωποι κάνουν ολοένα την εμφάνισή τους γύρω του. Και όσα περισσότερα πάρε δώσε έχει με τον κόσμο, τόσο περισσότερο σκέφτεται την Αομάμι, εκείνο κορίτσι που είκοσι χρόνια πριν του κράτησε το χέρι. Θέλει να τη συναντήσει ξανά, να την ερωτευτεί αυτή τη φορά για τα καλά, αλλά πώς; Πού να τη βρει; Και αν τη βρει τελικά τι θα συμβεί;
     Αυτά και άλλα πολλά, σημαντικά κι ασήμαντα, συμβαίνουν στις χίλιες σχεδόν σελίδες αυτού του βιβλίου, που εκτός των άλλων προσπαθεί να ρίξει μια ενδελεχή ματιά στο φαινόμενο των αιρέσεων στην Ιαπωνία, κάτι στο οποίο θα λέγαμε ότι αποτυγχάνει. Σε ό,τι αφορά το συγκεκριμένο θέμα έκανε πολύ καλύτερη δουλειά ο νομπελίστας Κενζαμπούρο Όε στο Somersault (παρουσίαση εδώ). Μία ακόμη αδυναμία του βιβλίου είναι η φλυαρία του. Πού και πού ο συγγραφέας αρχίζει να μιλά και να μιλά και να μιλά και σταματημό δεν έχει. Και φυσικά δεν μπορούμε να παραλείψουμε τις επαναλήψεις. Κάποιος μπορεί να διαβάσει τον τίτλο του βιβλίου της Φούκα-Έρι, Air Chrysalis, σε μια σελίδα μέχρι και πέντε φορές, ενώ ο συγγραφέας συχνά πυκνά επαναλαμβάνει κάποιες προτάσεις ή ατάκες, σε μια προσπάθεια προφανώς να υπενθυμίσει στον αναγνώστη κάτι το οποίο διάβασε λίγες παραγράφους πιο πριν. Ποια είναι τα θετικά του 1Q84; Ο μύθος και οι πρωταγωνιστές του. Και οι τρεις ήρωες, με πρώτη και καλύτερη την Φούκα-Έρι θα χαραχτούν καλά στη μνήμη του αναγνώστη. Όχι μόνο για τα πείσματα, τα συναισθήματα και τις ιδιορρυθμίες τους, αλλά και για τον τρόπο που ζούνε και αντιλαμβάνονται τα πράγματα. Η Φούκα-Έρι θα έλεγα ότι είναι με διαφορά ο καλύτερος χαρακτήρας που δημιούργησε ποτέ η φαντασία και η γραφίδα του Μουρακάμι.
     Τελικό συμπέρασμα: Ένα καλογραμμένο βιβλίο που σίγουρα θα ικανοποιήσει τους φίλους του συγγραφέα, το οποίο όμως θα ήταν πολύ καλύτερο αν ήταν τουλάχιστον διακόσιες σελίδες πιο μικρό και απέφευγε τις επαναλήψεις. Για τις τελευταίες θα μπορούσε να πει κανείς ότι φταίνε οι δύο μεταφραστές του στα αγγλικά, αλλά δεν πιστεύω ότι συμβαίνει κάτι τέτοιο, αφού όπως ο ίδιος ο συγγραφέας δήλωσε σε πρόσφατη συνέντευξή του, δούλεψε στενά μαζί τους για το τελικό αποτέλεσμα.
     Δεν συνηθίζω να δίνω βαθμολογίες στα βιβλία, αλλά αυτή τη φορά θα το κάνω: 7/10.

Tuesday, August 23, 2011

Haruki Murakami – Pinball, 1973

Αυτό είναι το δεύτερο βιβλίο που έγραψε ο Χαρούκι Μουρακάμι και το οποίο πρωτοκυκλοφόρησε στην Ιαπωνία πριν από τριάντα και πλέον χρόνια, το 1980. Ανήκει στην Τριλογία του Αρουραίου, τα άλλα δύο κομμάτια της οποίας αποτελούν τα Hear the Wind Sing και A Wild Sheep Chase.
     Σ’ αυτό το μυθιστόρημα, όπως θα ανέμενε κανείς, ο συγγραφέας καταπιάνεται με μερικά από τα αγαπημένα του θέματα: τη μοναξιά, τον έρωτα και την απώλεια, τη μουσική, τις εμμονές.
     Οι ήρωές του είναι δύο: ο αφηγητής του οποίου το όνομα ποτέ δεν μαθαίνουμε και ο Αρουραίος. Παρακολουθούμε τα έργα και τις ημέρες τους μέσα από παράλληλες αφηγήσεις που μας ταξιδεύουν μπρος πίσω στο χρόνο. Τα γεγονότα διαδραματίζονται το 1969 και το 1973 -τα περισσότερα τη δεύτερη χρονιά- και όπως είναι φυσικό, όσο κι αν δεν συμβαίνουν και πολλά, αυτά που συμβαίνουν είναι παράξενα.
     Ο αφηγητής, που δουλεύει σαν μεταφραστής, ξυπνά ένα πρωί ανάμεσα σε δυο κοπέλες, που τυγχάνει να είναι αδελφές και μάλιστα δίδυμες. Δεν θυμάται πώς και πότε βρέθηκαν εκεί, αλλά όσο κι αν αυτό τον παραξενεύει στην αρχή, δεν αργεί να το αποδεχτεί σαν ένα απλό δεδομένο της ζωής. Έτσι, χωρίς καλά καλά να το καταλάβει, αρχίζει να ζει μαζί τους. Το γεγονός αυτό δεν μοιάζει φαινομενικά να επηρεάζει τη ζωή του και σιγά σιγά αρχίζει να θεωρεί την παρουσία τους σαν κάτι το δεδομένο, κάτι που είτε έτσι είτε αλλιώς επρόκειτο να συμβεί. Εξάλλου δεν του γίνονται βάρος. Όλη μέρα είναι στο σπίτι, του καθαρίζουν, του μαγειρεύουν, κάνουν έρωτα μαζί του και ποτέ δεν απαιτούνε τίποτα. Τι άλλο να ζητήσει κανείς; Παρ’ όλ’ αυτά δεν είναι πραγματικά ευτυχισμένος, αφού στην σκέψη και στην ψυχή του κόβει ακόμη βόλτες η Ναόκο, μια παλιά αγαπημένη, η πρώτη του πραγματική αγάπη, η οποία είναι τώρα πια νεκρή. Η μορφή της δεν τον εγκαταλείπει ποτέ. Θυμάται τα λίγα που έζησαν μαζί, τις στιγμές που μοιράστηκαν, σκέφτεται όλα αυτά που δεν πρόλαβαν να ζήσουν. Την ίδια ώρα όμως τον στοιχειώνει και μία άλλη ανάμνηση: αυτή ενός φλίπερ! Το Διαστημόπλοιο ήταν το αγαπημένο του φλιπεράκι και τώρα αναρωτιέται τι απέγινε, καθώς, όπως λέει, το να το παίζει ήταν το μοναδικό πράγμα στο οποίο ήταν καλός. Το παιχνίδι αυτό σημάδεψε μια ολόκληρη εποχή για κείνον, μια εποχή που προσπαθεί τώρα μάταια πλην απεγνωσμένα να αναβιώσει.
     Ο Αρουραίος από τη δική του πλευρά μοιάζει να ζει μια άχαρη πληκτική ζωή, δίχως κανένα σκοπό. Του αρέσει να ξοδεύει το χρόνο του σε ένα μπαρ, να αμπελοφιλοσοφεί, να περιφέρεται από το ένα μικρό αδιέξοδο στο άλλο. Μέχρι που γνωρίζει μια εξίσου μοναχική γυναίκα, μια μουσικό, που τον υποδέχεται με μεγάλη χαρά στη ζωή και στο κρεβάτι της, αλλά η οποία στο τέλος αδυνατεί να του προσφέρει ό,τι ζητά, αφού ακόμη κι αυτός ο ίδιος δεν φαίνεται να γνωρίζει τι ακριβώς είναι αυτό. Εξάλλου: «Τα καλά ερωτήματα, ποτέ δεν έχουν απαντήσεις», και όσο δεν μπορείς να βρεις τις απαντήσεις δεν μπορείς να κάνεις τίποτα άλλο από το να περιφέρεσαι από δω κι από κει, μέχρι που να συμβεί κάτι. Κάτι που θα αλλάξει τα πάντα.
     Αυτή είναι μια καλογραμμένη ιστορία που θα ικανοποιήσει τους φίλους του συγγραφέα. Ίσως να μην φτάνει στο ύψος των επόμενων έργων του, αλλά δίνει στον αναγνώστη την ευκαιρία να ρίξει μια ματιά σ’ ένα από τα κείμενα που αποτέλεσαν τις βάσεις για την οικοδόμηση του μελλοντικού φανταστικού του κόσμου.

Thursday, June 30, 2011

Haruki Murakami – South of the Border, West of the Sun

Το South of the Border, West of the Sun είναι ένα από τα πιο τρυφερά μυθιστορήματα του Χαρούκι Μουρακάμι.
     Ήρωάς του είναι ο Χατζίμε, ένας σχετικά επιτυχημένος επιχειρηματίας, ιδιοκτήτης δύο τζαζ μπαρ, και σχετικά ευτυχισμένος οικογενειάρχης, παντρεμένος με δύο παιδιά. Για να ακριβολογούμε στη ζωή του όλα μοιάζουν σχετικά αφού νιώθει πάντα ότι κάτι του λείπει, κι ας μην ξέρει ακριβώς τι είναι αυτό. Όπως λέει κι ο ίδιος: «Ζούσα τη ζωή κάποιου άλλου και όχι τη δική μου». Έτσι ακριβώς, και μοιάζει να περιφέρεται μόνιμα σε ένα κενό, ενώ: «Ο πραγματικός μου εαυτός είναι μακριά. Δεν φαίνεται στην εικόνα».
     Όλα αυτά ωστόσο θα αλλάξουν όταν θα επισκεφθεί ένα από τα μπαρ του η Σιμαμότο, ο παιδικός του έρωτας. Τη θυμάται ακόμη όπως ήταν τότε: ένα μάλλον άχαρο, υπέρβαρο κορίτσι, που λόγω κάποιου προβλήματος συνήθιζε να σέρνει το ένα της πόδι. Α, ήταν και μοναχοπαίδι, όπως κι ο ίδιος, κι αυτό ήταν ακριβώς που έφερε τον ένα κοντά στον άλλο. Ένα τυχαίο άγγιγμα των χεριών τους, είκοσι χρόνια μετά, στοιχειώνει ακόμα τη μνήμη και τις αισθήσεις του. Η Σιμαμότο ωστόσο σήμερα είναι μια εντυπωσιακή γυναίκα, που σε τίποτα δεν θυμίζει τον παλιό της εαυτό. Οι δυο τους συναντιούνται τώρα κάθε τόσο, θυμούνται τα παλιά και μιλούν για το σήμερα – το δικό του σήμερα. Για κάποιο λόγο η γυναίκα δεν θέλει να του πει τίποτα για τη ζωή της, περά από εκείνα τα οποία ήδη γνωρίζει.
     Ο Χατζίμε νιώθει ότι μπορεί να μοιραστεί τα πάντα μαζί της, κι ας μην ανταποδίδει την εμπιστοσύνη του με τον ίδιο τρόπο. Μέσα από τις συναντήσεις και τις συζητήσεις τους, μέσα από σκέψεις και παραδοχές, ο άντρας αναπλάθει ένα παρελθόν που περισσότερες πίκρες παρά χαρές κρύβει μέσα του, όπως και το παρόν του άλλωστε, κι ο έρωτάς του γι’ αυτή φουντώνει και πάλι. Οι ενοχές από τα λάθη του χθες τον στοιχειώνουν, απ’ αυτά του σήμερα του κλέβουν ζωή. Μοιάζει να είναι ένας από εκείνους τους ανθρώπους που δεν θα καταφέρουν να γίνουν ποτέ ευτυχισμένοι. Όμως γιατί; Γιατί είναι έτσι; Γιατί έκανε αυτά που έκανε; Και γιατί αυτός, από όλους τους ανθρώπους, είναι καταδικασμένος να πληγώνει ανεπανόρθωτα τους άλλους, απλά και μόνο με το να υπάρχει;
     Η μουσική δίνει δυναμικά το παρόν της, όπως θα ανέμενε κανείς, και σ’ αυτό το βιβλίο. Το πρώτο μέρος του τίτλου μάλιστα είναι παρμένο από ένα παλιό τραγούδι, ενώ το δεύτερο από ένα μύθο για τους αγρότες της Σιβηρίας. Η μουσική ήταν που έφερε κάποτε λίγο πιο κοντά τους δυο τους, αυτή τον βοήθησε να τα βγάλει πέρα στα χαμένα χρόνια της νιότης του (μεταξύ 18 και 30, τα χρόνια της παγωνιάς, της μοναξιάς και της απογοήτευσης), αυτή είναι που του χαρίζει και σήμερα μια πιο άνετη ζωή. Η μουσική, που τον ταξιδεύει και τον πληγώνει, που τον λυτρώνει και δίνει φωνή στα συναισθήματά του.
     Πίσω από τη σκιά του καταλυτικού έρωτά του για τη Σιμαμότο, κρύβονται άλλες δύο μορφές: αυτή της γυναίκας του, που έχει ένα φοβερό μυστικό, και της Ιζούμι, με την οποία έκανε τις πρώτες σεξουαλικές ανακαλύψεις και την οποία μαχαίρωσε πισώπλατα όταν δεν του έδωσε ακριβώς αυτό που ζητούσε. Το παρελθόν που σέρνει πίσω του είναι βαρύ και μόνο «αν γίνει ένας νέος άνθρωπος θα μπορέσει να διορθώσει τα λάθη του χθες του». Θα τα καταφέρει όμως;
     Ένα καλογραμμένο, πλην μελαγχολικό βιβλίο, που σίγουρα θα ικανοποιήσει τους πολυάριθμους φίλους του συγγραφέα.

Wednesday, September 8, 2010

Haruki Murakami – Norwegian Wood

Όσο πιο πολύ διαβάζω Χαρούκι Μουρακάμι τόσο πιο πολύ πείθομαι ότι ο καλός συγγραφέας είναι θύμα της φήμης του. Δεν εξηγείται αλλιώς το γεγονός ότι διάφοροι κριτικοί συνηθίζουν να «θάβουν» τα βιβλία του από καιρόν εις καιρόν. Ίσως αν μην ήταν τόσο επιτυχημένος, και αν δεν κοίταζε το σήμερα, αλλά το μακρινό χθες της χώρας του, να έχαιρε μεγαλύτερου σεβασμού. Όχι πώς το «Νορβηγικό Δάσος» αναφέρεται στο σήμερα αλλά να, άλλο ο γοητευτικός 19ος αιώνας και άλλος ο 20ος, των σίξτις μάλιστα. Των σίξτις της Ιαπωνίας, και όχι των ΗΠΑ, της Βρετανίας ή της Γαλλίας, τα οποία ωστόσο ήταν επενδυμένα με το ίδιο παντού σάουντρακ: τα τραγούδια των Μπιτλς. Από ένα τραγούδι της μπάντας είναι παρμένος εξάλλου και ο τίτλος του βιβλίου.
Σ’ αυτό παρακολουθούμε τη ζωή ενός φοιτητή στο Τόκιο, που μάλλον δεν ξέρει που πατά και που πηγαίνει. Ο Τορού, ο οποίος μοιάζει να ακροβατεί ανάμεσα στον ενθουσιασμό και την απάθεια, είναι ένας από εκείνους τους ανθρώπους που δε μοιάζουν ικανοί να πάρουν μια απόφαση στη ζωή τους, που αφήνουν τον εαυτό τους να παρασύρεται απ’ των καιρών τα ρεύματα, αλλά και που είναι ικανοί, όταν αγαπήσουν, να χαριστούν σώμα και ψυχή σ’ ένα άτομο, ακόμη κι αν αυτή η πράξη είναι σίγουρο ότι θα τους οδηγήσει σε αδιέξοδο. Σ’ ένα τέτοιο αδιέξοδο μοιάζει να βρίσκεται κι αυτός, όπως τον βλέπουμε να αναπλάθει τη ζωή του μέσα από τις αναμνήσεις του. Από τη μια είναι αθεράπευτα ερωτευμένος με την Ναόκο, το κορίτσι του νεκρού πια καλύτερού του φίλου, κι από την άλλη τον παρακολουθούμε να δένεται όλο και πιο πολύ με την Μιντόρι, μια κοπέλα που έχει καθημερινά πάρε-δώσε με το θάνατο και που πόνεσε περισσότερο από κάθε άλλη. Ο Τορού σ’ ολόκληρη τη διάρκεια της ιστορίας ακροβατεί ανάμεσα στην παράνοια που προβάλλει η δεύτερη και το ψυχικό χάος που καταλαμβάνει την πρώτη, ενώ πού και πού, για να ξεφύγει απ’ την τρέλα που τον απειλεί και να βρει ένα είδος εύθραυστης ισορροπίας, βγαίνει μ’ ένα πλούσιο φίλο του, τον Ναγκασάβα, που δεν έχει και σε μεγάλη υπόληψη τους ηθικούς κανόνες.
Το «Νορβηγικό Δάσος» είναι μια στρωτή ιστορία με αρχή, μέση και τέλος, που μιλά για τα μη επαναστατημένα νιάτα και τα προβλήματά τους και για τη σύγχρονη Ιαπωνία, όπου οι άνθρωποι μοιάζουν απόλυτα αποξενωμένοι ο ένας απ’ τον άλλο. Ο Τορού, αν και ζει σε φοιτητική εστία μοιάζει να είναι τραγικά μόνος, ενώ η μοναξιά φαίνεται να κατατρώει και τις ζωές των άλλων ηρώων: της Μιντόρι, που παρά το ότι έχει φίλο νιώθει να πνίγεται, της Ναόκο, που μοιάζει να έχει χάσει κάθε επαφή με τον πραγματικό κόσμο, ακόμη και του Ναγκασάβα, που η αδυναμία του να αγαπήσει μία γυναίκα και να της μείνει πιστός τον μεταμορφώνει από ένα αδίστακτο χαρακτήρα σε μια τραγική φιγούρα.
Η μουσική ξεχειλίζει από τις σελίδες του βιβλίου και μοιάζει να είναι το νήμα που δένει τους ήρωες. Μέσα από τα τραγούδια δημιουργούνται νέες αναμνήσεις, επανέρχονται παλιές και γράφονται ακόμη και επικήδειοι λόγοι. Εδώ έχουμε ένα γλυκόπικρο καλογραμμένο κείμενο, που αν και δε φτάνει στο ύψος του Kafka on the Shore, διαβάζεται γρήγορα κι αφήνει έντονο στο μυαλό του αναγνώστη το αποτύπωμά του. Δυτικότροπο; Ίσως ναι. Αλλά αυτό δεν υποβαθμίζει την αξία του.

Friday, September 3, 2010

Haruki Murakami – Kafka on the Shore

Το Kafka on the Shore είναι το πρώτο βιβλίο του Χαρούκι Μουρακάμι που έπιασα στα χέρια μου και μπορώ να πω ότι δε με απογοήτευσε. Αρχικά ήμουν επιφυλακτικός, επειδή όπως και να το κάνουμε ο άνθρωπος είναι σταρ, αλλά διαβάζοντας αυτό το μεγάλο μυθιστόρημα αντιλήφθηκα ότι έχει κάθε δικαίωμα στη φήμη που τον ακολουθεί.
Περπατώντας στα καλά χαραγμένα μονοπάτια του ιαπωνικού μεταφυσικού, ο συγγραφέας μας παρουσιάζει μια σφιχτοδεμένη ιστορία, όπου ο μύθος και η πραγματικότητα είναι ένα και το αυτό, ή αν προτιμάτε συμπληρώνουν το ένα το άλλο.
Οι ήρωες του βιβλίου είναι ουσιαστικά δύο: ο Κάφκα, ένας δεκαπεντάχρονος που το σκάει απ’ το σπίτι, προτού «εκραγεί», και ο Νακάτα, ένας κάπως λειψός στο μυαλό ηλικιωμένος άντρας που είναι επαγγελματίας αναζητητής χαμένων γάτων. Τους δύο αυτούς διαμετρικά αντίθετους χαρακτήρες ενώνει ένα αόρατο νήμα, που διασχίζει τις δεκαετίες, αλλά και ενώνει τους κόσμους. Γύρω απ’ αυτούς περιστρέφονται και κάποιοι άλλοι άνθρωποι, που έχουν να παίξουν ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο ρόλο στην υπόθεση: Ο ανδρόγυνος βιβλιοθηκάριος Οσίμα, που θέτει τον Κάφκα υπό την προστασία του με το που φτάνει στη μικρή τους πόλη, η δεσποινίς Σαέκι που μοιάζει να είναι ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στο χθες και το σήμερα, ο αινιγματικός Τζόνι Γουώκερ, που φέρνει τον Νακάτα στα όρια της απελπισίας, και ο Χοσίνο, που χωρίς καλά-καλά να το σκεφτεί αποφασίζει να συνοδέψει τον ηλικιωμένο άντρα σ’ ένα ταξίδι αναζήτησης.
Ο Μουρακάμι φτιάχνει μια ιστορία σαν παραμύθι, όπου πρόσωπα και εποχές συγχέονται, όπου το μυστήριο είναι ο κανόνας, κι όπου η λύση είναι πάντα εμφανής, αλλά ίσως όχι αυτή που περιμένουμε. Οι ήρωές του είναι άνθρωποι με πάθη, με μυστικά, με ενοχές, αλλά και μόνοι – απόλυτα μόνοι. Όσο κι αν τα μονοπάτια τους συναντιούνται, όσο κι αν δένονται μεταξύ τους, η μοναξιά είν’ αυτή που επιβάλλει τους κανόνες στις ζωές τους, η απομόνωση. Ο μοναδικός που μοιάζει να ξεφεύγει απ’ τον κανόνα είναι ο Νακάτα, που ζει την κάθε μέρα όπως του έρχεται, που αν και φτωχός συμβολίζει τις απλές και πλέον αληθινές αξίες της ζωής, κι ας μην μπορεί να τις εκφράσει με λόγια, κάτι που κάνει ο Οσίμα. Ο τελευταίος, στη διάρκεια μιας συζήτησης με τον Κάφκα αναφωνεί: «Οι γκέι, οι λεσβίες, οι στρέιτ, οι φεμινίστριες, τα φασιστικά γουρούνια, οι κομμουνιστές, οι Χάρε Κρίσνα – όλοι αυτοί δε με ενοχλούν. Δε με ενδιαφέρει τι λάβαρο υψώνουν. Εκείνο που δεν αντέχω είναι οι κενοί άνθρωποι…»
Η μοίρα παίζει άσχημα παιχνίδια στην πλάτη των ηρώων, αλλά αυτή είναι που δίνει και την τελική λύση. Όπως λέει κάπου και το αγόρι με το όνομα Κοράκι (Κάφκα στα τσέχικα): «Μερικές φορές η μοίρα μοιάζει με μια μικρή αμμοθύελλα, που αλλάζει συνεχώς κατεύθυνση. Αλλάζεις εσύ πορεία, κι αυτή σ’ ακολουθεί. Στρέφεσαι αλλού, κι αυτή προσαρμόζεται».
Σαν ένα ταξίδι είναι αυτό το βιβλίο, στους κόσμους των ψυχών και της φαντασίας, σε αλήθειες που δε χωράνε στην πεζή πραγματικότητα που ζούμε. Ένα απολαυστικό ανάγνωσμα από τον πιο διάσημο εκπρόσωπο της γιαπωνέζικης λογοτεχνίας, που μαγεύει και καθηλώνει.

Haruki Murakami – Dance Dance Dance

Δεν μπορώ να πω ότι αυτό είναι ένα από τα αγαπημένα μου βιβλία του Χαρούκι Μουρακάμι (αν και δεν τα διάβασα ακόμη όλα), ωστόσο το απόλαυσα. Το πιο δυνατό σημείο του δε θα έλεγα ότι είναι ο μύθος, αλλά η πρόζα. Με οδηγό τις λέξεις ο καλός γιαπωνέζος συγγραφέας μας ταξιδεύει για μια ακόμη φορά στα μονοπάτια του πραγματικού και του φανταστικού, τα οποία πού και πού όχι μόνο συναντιόνται, αλλά γίνονται ένα και το αυτό.
Όλα αρχίζουν με την επίσκεψη ενός ζευγαριού σ’ ένα παράξενο ξενοδοχείο στο Σαπόρο, το οποίο μοιάζει έρημο. Σε ολόκληρο το χώρο δε μοιάζει να υπάρχει άλλος κανείς παρά αυτούς τους δύο, τους ψίθυρους και κάποια φαντάσματα. Εκείνος είναι ένας «ελεύθερος» συγγραφέας, που καταπιάνεται με τα πάντα: γράφει από διαφημιστικά φυλλάδια, μέχρι άρθρα για τη γαστρονομία, παίρνει συνεντεύξεις από σταρ κοκ. Εκείνη; Κανείς δεν ξέρει στ’ αλήθεια τι κάνει εκείνη. Το μόνο που μαθαίνουμε είναι ότι το όνομά της είναι Κική και πως σύντομα θα χαθεί από προσώπου γης, κάτι που θα κοστίσει πολύ στον πρωτοπρόσωπο αφηγητή.
Ο ήρωας θα πέσει σιγά-σιγά στο λάκκο με τα προσωπικά του φίδια. Η εικόνα της γυναίκας θα στοιχειώνει τη ζωή και τα όνειρά του, δε θα τον αφήνει στιγμή να ησυχάσει, θα τον οδηγεί απ’ το ένα αδιέξοδο στο επόμενο. Κάποια στιγμή, κι αφού νιώθει ότι δεν πάει άλλο, αποφασίζει να επιστρέψει στο «χώρο του εγκλήματος». Ωστόσο εκεί τον περιμένει μια μεγάλη έκπληξη: τη θέση του μικρού, παρακμιακού ξενοδοχείου Ντόλφιν, έχει πάρει μια μοντέρνα κατασκευή που με το ίδιο όνομα εξυπηρετεί την εκλεκτή πελατεία της. Στην αρχή δεν μπορεί να πιστέψει στα μάτια του, αλλά αντιλαμβάνεται ότι από τη στιγμή που έχει ήδη κλείσει δωμάτιο εκεί, δεν μπορεί να κάνει πίσω. Μπαίνει λοιπόν μέσα κι από εκείνη τη στιγμή αρχίζει το παιχνίδι των μεταφυσικών και μη συμπτώσεων. Γνωρίζει μία υπάλληλο, που κρύβει ένα τρομακτικό μυστικό κι ένα δεκατριάχρονο κορίτσι, που μπορεί να διαισθανθεί τα πιο παράξενα πράγματα, ενώ κάποια βραδιά συναντά και τον Άνθρωπο Πρόβατο, που μοιάζει να ζει παντού και πουθενά, ορατός μονάχα από εκείνους που θέλει να τον δουν. Τα μυστικά που αρχίζουν σιγά-σιγά να βγαίνουν στο φως αποκαλύπτουν της ζωής του τις άγνωστες αλήθειες. Του λένε ότι όλα αρχίζουν και τελειώνουν εκεί, σ’ εκείνο το ξενοδοχείο, όπου έχασε την Κική, που γνώρισε την όμορφη Γιουμιγιόσι και την παράξενη έφηβη Γιούκι. Όταν τελικά θα φύγει, η τύχη θα τα φέρει έτσι ώστε να ταξιδέψει με την τελευταία και σε χρόνο μηδέν να γίνουν φίλοι. Εκείνος μοιάζει να είναι ο μοναδικός άνθρωπος που εμπιστεύεται η μικρή, περισσότερο κι από τη φευγάτη φωτογράφο μάνα της και τον πλούσιο συγγραφέα πατέρα της. Η επιστροφή του στο Τόκυο, η επανασύνδεσή του μ’ ένα παλιό φίλο και ένα ταξίδι στη Χαβάη που θα ακολουθήσει όχι και πολύ μετά, θα τον οδηγήσουν σιγά-σιγά, με τη βοήθεια και της Γιούκι, στη λύση του μυστηρίου της εξαφάνισης της Κική. Στο μεταξύ θα συμβούν και άλλα πολλά, μικρότερης ή μεγαλύτερης σημασίας γεγονότα, που θα του αλλάξουν τη ζωή και την οπτική για πάντα.
Βασικά εδώ έχουμε ένα καλογραμμένο βιβλίο, που ως συνήθως ξεχειλίζει από μουσική, στο γνωστό ύφος του Μουρακάμι, το οποίο ωστόσο δε φτάνει στο ύψος του Kafka on the shore (αν και κάπου γίνεται αναφορά στον αγαπημένο του συγγραφέα). Οι πιστοί φίλοι του διάσημου γιαπωνέζου δε θα απογοητευτούν. Κάποιοι άλλοι ίσως και να το κάνουν. Είναι θέμα γούστου και ισορροπίας.

Haruki Murakami – Blind Willow, Sleeping Woman

Τους τελευταίους μήνες δεν απολαμβάνω τίποτα περισσότερο από το να διαβάζω συλλογές διηγημάτων. Είτε στο ίντερνετ, είτε σε τυπωμένη μορφή. Ο ιάπωνας Χαρούκι Μουρακάμι, που έγινε κυρίως γνωστός στο δυτικό αναγνωστικό κοινό για τα μυθιστορήματά του, εδώ αποδεικνύει ότι είναι μάστορας και στη μικρή φόρμα. Το ανά χείρας βιβλίο αποτελείται από εικοσιτέσσερις ιστορίες, που κινούνται στα γνώριμα μονοπάτια του καλού γραφιά. Καθημερινοί άνθρωποι, εξωπραγματικές καταστάσεις, ρεαλισμός και φαντασία, και, φυσικά, πολλή -τζαζ κυρίως- μουσική. Όπως το συνηθίζουμε τώρα τελευταία θα πάρουμε ένα-ένα τα διηγήματα και θα σας δώσουμε μια μικρή περίληψη.

Blind Willow, Sleeping Woman: Αυτή είναι μια ιστορία που κρύβει μέσα της ένα διήγημα που κρύβει μέσα του ένα παραμύθι. Κάποιος επισκέπτεται το νοσοκομείο, όπου για λίγο κάνει παρέα μ’ ένα κουφό εξάδελφό του. Τα γεγονότα που διαδραματίζονται εκεί του θυμίζουν μια παρόμοια επίσκεψη, που τώρα στα μάτια του μοιάζει αποκύημα φαντασίας.

Birthday Girl: Μια νέα γυναίκα γιορτάζει τα γενέθλιά της και ο γέρο-ιδιοκτήτης ενός εστιατορίου της λέει ότι μπορεί να πραγματοποιήσει μια επιθυμία της, όποια κι αν είναι αυτή. Τι θα ευχηθεί;

New York Mining Disaster: Εδώ παρακολουθούμε κατά κύριο λόγο τη συζήτηση ενός άντρα του οποίου πέντε φίλοι έχουν πεθάνει ως τα 28 τους χρόνια, με κάποιον που του δανείζει το κουστούμι του για τις κηδείες, κι ο οποίος συνηθίζει να πηγαίνει στο ζωολογικό κήπο όταν έρχεται κυκλώνας. Σ’ ένα πρωτοχρονιάτικο πάρτι, που μοιάζει εντελώς άσχετο με την ιστορία, πιάνει την κουβέντα με μια άγνωστη γυναίκα, η οποία όμως τελικά με την παρουσία της δένει τον τίτλο με την ιστορία.

Airplane: Or, How He Talked to Himself as If Reciting Poetry: Η ιστορία ενός εικοσάχρονου άντρα που έχει σαν ερωμένη του μια γυναίκα επτά χρόνια μεγαλύτερη, που κάθε που συναντιούνται κλαίει τουλάχιστον μια φορά. Παρακολουθούμε τις συζητήσεις τους.

The Mirror: Ο νυχτοφύλακας κάποιου σχολείου βλέπει τον εαυτό σου σ’ ένα καθρέφτη και τρομάζει, αφού τον δείχνει γεμάτο κακία και μίσος. Το μόνο που εκείνος ο καθρέφτης δεν υπήρξε ποτέ. Εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα μεταφυσικό γεγονός.

A Folklore for My Generation: A Pre-History of Late-Stage Capitalism: Μια ιστορία ειπωμένη υποτίθεται από δεύτερο χέρι, από ένα συμμαθητή του συγγραφέα. Μιλάει για τον έρωτά του για μια όμορφη κοπέλα, η οποία όμως δεν του επιτρέπει να την αγγίξει ερωτικά. Του υπόσχεται όμως πώς όταν μεγαλώσει και παντρευτεί, θα τον κάνει εραστή της. Οι ανατροπές της ζωής ωστόσο καραδοκούν.

Hunting Knife: Ένα ζευγάρι περνάει τις διακοπές του σ’ ένα παραθαλάσσιο θέρετρο. Δίπλα τους μένουν μια γυναίκα και ο καθηλωμένος σε αναπηρικό καροτσάκι γιος της. Ο άντρας γνωρίζει τον δεύτερο την τελευταία νύχτα πριν την αναχώρησή τους, κι εκείνος του δίνει να δοκιμάσει ένα εκπληκτικό κυνηγετικό μαχαίρι.

A Perfect Day for Kangaroos: Κάποιος πηγαίνει με τη φίλη του στο ζωολογικό κήπο για να δούνε ένα νεογέννητο καγκουρό, το οποίο έχει στο μεταξύ μεγαλώσει. Εκείνη τον τρελαίνει στις ερωτήσεις.

Dabchick: Η παράξενη ιστορία ενός άντρα, που ακολουθώντας κάτι, κάθε άλλο παρά συνηθισμένες οδηγίες, φτάνει σ’ ένα περίεργο μέρος για δουλειά. Εκεί, οι της ασφαλείας, απαιτούν να τους πει τη λέξη-σύνθημα για να του επιτρέψουν την είσοδο, αλλά αυτός δεν την ξέρει.

Man-Eating Cats: Τα γεγονότα διαδραματίζονται σ’ ένα ανώνυμο ελληνικό νησί. Εκεί καταφεύγει ο συγγραφέας, μαζί με τη φίλη του Ιζούμι, μετά που οι γάμοι και των δύο διαλύονται. Κάποια μέρα διαβάζει στην εφημερίδα ένα άρθρο, για μια γυναίκα την οποία έφαγαν οι γάτες στην Αθήνα, και ξυπνούν μέσα του παλιοί φόβοι.

A “Pour Aunt” Story: Μια από τις πιο παράξενες ιστορίες στη συλλογή. Ένας άντρας σκέφτεται μια ανύπαρκτη θεία, κι αυτή… φυτρώνει στην πλάτη του. Για όσο καιρό βρίσκεται εκεί, τον κακόμοιρο άντρα απασχολούν υπαρξιακά ερωτήματα, όπως αυτό: «Πού πηγαίνουν τα χαμένα ονόματα;» Στο τέλος αντιλαμβάνεται ότι: «Ο κόσμος όλος είναι μια φάρσα».

Nausea 1979: Για σαράντα συνεχείς μέρες κάποιος κάνει εμετό. Και για σαράντα μέρες κάποιος του τηλεφωνεί, όπου κι αν βρίσκεται, καθημερινά και ψιθυρίζει απλά το όνομά του. Πληρώνει τις πολλές του αμαρτίες;

The Seventh Man: Ένα αγόρι βλέπει το κύμα να καταπίνει τον καλύτερό του φίλο στο διάλειμμα ενός κυκλώνα. Για χρόνια και χρόνια τον κατατρέχουν οι εφιάλτες, αφού μπορούσε να τον σώσει αλλά δεν το έκανε. Ωστόσο στο τέλος καταλαβαίνει ότι για να σωθεί πρέπει ν’ αγκαλιάσει τους φόβους του.

The Year of Spaghetti: Αυτό ήταν το 1971. Για ένα ολόκληρο χρόνο ένας άντρας μαγείρευε καθημερινά σπαγγέτι, επειδή ήθελε να είναι μόνος. «Το ήξεραν οι ιταλοί το 1971 ότι εξήγαγαν μοναξιά;» αναρωτιέται κάπου ο αφηγητής.

Tony Takinani: Η ιστορία ενός τζαζ μουσικού και του γιου του, που είναι σχεδιαστής. Ο πρώτος, αλλάζει τις γυναίκες σαν τα πουκάμισα. Ο δεύτερος δεν ερωτεύεται στ’ αλήθεια μέχρι που γνωρίζει μια γυναίκα, στην οποία αρέσει πάνω απ’ όλα ν’ αγοράζει ρούχα και παπούτσια. Αυτή η συνήθεια θ’ αποδειχτεί κι η καταδίκη τους.

The Rice and Fall of Sharpie Cakes: Ένας άντρας λαμβάνει μέρος σ’ ένα διαγωνισμό, στη διάρκεια του οποίου οι διαγωνιζόμενοι πρέπει να φτιάξουν κέικ βασισμένοι σε μια παραδοσιακή συνταγή. Οι δοκιμαστές είναι κοράκια.

The Ice Man: Μια γυναίκα γνωρίζει έναν άντρα που μοιάζει να είναι φτιαγμένος από πάγο και τον παντρεύεται. Στην αρχή νιώθει ευτυχισμένη αλλά σιγά-σιγά αρχίζει να βαριέται, έτσι του προτείνει ένα ταξίδι στο Νότιο Πόλο. Ξεμένουν τελικά εκεί. Εκείνη μένει έγκυος και είναι σίγουρη ότι θα γεννήσει ένα παγοπαίδι.

Crabs: Ένα ζευγάρι από το Τόκιο επισκέπτεται τη Σιγκαπούρη. Για τέσσερις συνεχείς μέρες τρώνε καβούρια φτιαγμένα με απίθανες συνταγές. Στο τέλος ο άντρας αρρωσταίνει κι αντιλαμβάνεται δύο πράγματα. Το δεύτερο είναι ότι δε θα φάει ποτέ ξανά καβούρια. Το πρώτο το κρατάμε για έκπληξη.

Firefly: «Πάντα διάβαζα και έτσι οι άνθρωποι σκέφτονταν ότι ήθελα να γίνω συγγραφέας. Αλλά δεν ήθελα. Δεν ήθελα να γίνω οτιδήποτε». Κάποιος συναντά τυχαία το κορίτσι του νεκρού του φίλου. Κάνουν σιωπηλά παρέα περπατώντας πολλά χιλιόμετρα κάθε Κυριακή. Τη νύχτα των εικοστών της γενεθλίων κάνουν έρωτα, αλλά μετά…

Chance Traveler: Μια ιστορία συμπτώσεων και… καρκινωμάτων. Τραγική και λυτρωτική την ίδια ώρα. Ο ήρωάς της, κάποιος που δουλεύει σαν κουρδιστής πιάνων λέει: «Όταν εγκατέλειψα την ιδέα να γίνω πιανίστας επιτέλους κατάλαβα πόσο απολαυστικό μπορεί να γίνει το παίξιμο του πιάνου».

Hanalei Bay: Ο γιος μιας πιανίστριας σκοτώνεται, καθώς κάνει σέρφινγκ, από ένα καρχαρία στη Χαβάη. Εκείνη επισκέπτεται κάθε χρόνο για τρεις βδομάδες το μέρος όπου έγινε το κακό. Το φάντασμα του γιου της εμφανίζεται μπροστά στα μάτια δυο νεαρών γιαπωνέζων σέρφερ.

Where I’m Likely to Find It: Μια γυναίκα προσλαμβάνει ένα εθελοντή ντετέκτιβ για ν’ ανακαλύψει τον άντρα της, ο οποίος εξαφανίστηκε ανάμεσα στον 24ο και 26ο όροφο του κτηρίου όπου διέμεναν. Εκείνος πηγαίνει εκεί καθημερινά και γνωρίζει τους υπόλοιπους κάτοικους, αλλά τον άντρα δεν τον βρίσκει. Ωστόσο…

The Kidney-Shaped Stone That Moves Every Day: Εδώ έχουμε δυο ιστορίες, τη μια μέσα στην άλλη. Ένας συγγραφέας γνωρίζει μια μυστηριώδη γυναίκα στην οποία λέει την ιστορία με την πέτρα που έμοιαζε με νεφρό. Ταυτόχρονα αναρωτιέται κατά πόσο αυτή είναι η δεύτερη σημαντική γυναίκα που γνωρίζει στη ζωή του, αφού συνεχίζει να τον κατατρέχει ο αφορισμός του πατέρα του, σύμφωνα με τον οποίο στη ζωή κάθε άντρα αναλογούν τρεις σημαντικές γυναίκες.

A Shinagawa Monkey: Μια γυναίκα ξεχνάει συνεχώς το όνομά της. Για να αποφεύγει τις δύσκολες καταστάσεις φτιάχνει ένα βραχιόλι, πάνω στο οποίο το χαράζει. Όπως θα αποδειχτεί στη συνέχεια, το όνομα το έκλεψε ένας ομιλών πίθηκος, που υπήρξε ερωτευμένος με μια νεκρή συμμαθήτριά της.

Και, τέλος! Μια εκπληκτική συλλογή, που μπορεί να σας χαρίσει αρκετά βράδια αναγνωστικής απόλαυσης. Μη τη διαβάσετε μεμιάς. Καλύτερα είναι να τη χαρείτε λίγο-λίγο, ιστορία την ιστορία, να πλημμυρίσετε από τις εικόνες της, να ταξιδεύσετε με τη φαντασία του συγγραφέα.

Haruki Murakami – After Dark

Αν και διαβάζω γιαπωνέζικη λογοτεχνία εδώ και χρόνια καθυστέρησα κάπως να κάνω βουτιά στους κόσμους του Χαρούκι Μουρακάμι λόγω του ότι είναι… διάσημος! Ο καθένας με τον πόνο του, που λέμε. Πρώτα διάβασα το μεγάλο του, σε μέγεθος και σε ουσία, μυθιστόρημα “Kafka on the Shore” ενώ χθες… καταβρόχθισα τη νουβέλα “After Dark”.
Ο Μουρακάμι σ’ αυτό το βιβλίο θυμίζει λίγο Μπανάνα Γιοσιμότο, αφού με εξαίρεση ένα άντρα, όλοι οι υπόλοιποι πρωταγωνιστές είναι γυναίκες. Γυναίκες πονεμένες και μόνες, ασχημόπαπα και σταχτοπούτες, τυχερές και κακοποιημένες. Γυναίκες που συναντώνται τυχαία στη διάρκεια μιας νύχτας και μοιράζονται μυστικά για τις ζωές τους, που ξύνουν πληγές και ταξιδεύουν στους κόσμους των ονείρων και των αναμνήσεών τους. Γυναίκες που κάθε τόσο μοιάζουν να βρίσκονται στα όρια της απελπισίας: «Όταν τελειώνω τη δουλειά και ξαπλώνω στο κρεβάτι πάντα σκέφτομαι: μακάρι να μην ξυπνήσω. Μακάρι να συνεχίσω να κοιμάμαι. Επειδή αν το κάνω δε θα υπάρχει λόγος να σκέφτομαι τίποτα». Τα πιο πάνω λόγια τα λέει η Κορότζι στη Μαρί, τη βασική πρωταγωνίστρια της ιστορίας. Στη Μαρί, το ασχημόπαπο, της οποίας η πανέμορφη αδελφή με το όνομα Έρι, ζει το… όνειρο της απελπισμένης Κορότζι, αφού εδώ και δύο μήνες κοιμάται συνεχώς. Όχι, δεν έχει πέσει σε κώμα, απλά κοιμάται, κι η αδελφή της, που δεν αντέχει πια τον πόνο του να μένει στο σπίτι και να την παρακολουθεί, κάθε νύχτα παίρνει τους δρόμους, τριγυρνώντας στις σκιές και τα εστιατόρια του Τόκιο, συντροφιά μ’ ένα χοντρό βιβλίο. Κάποια απ’ αυτές τις νύχτες θα συναντήσει κι ένα παλιό γνώριμο, που με το έτσι θέλω, αλλά χωρίς στ’ αλήθεια να το επιδιώξει θα της αλλάξει λίγο οπτική, θα την κάνει να βγει απ’ το μέσα της, να μιλήσει σε ανθρώπους άγνωστους γι’ αυτά που την τυραννάνε.
Ο συγγραφέας παίζοντας με τους χρόνους της αφήγησης, λειτουργώντας αφαιρετικά μα με διαύγεια, προσπαθεί απλά να μας πει μια ιστορία. Μια ιστορία για τους ανθρώπους που κινούνται γύρω μας, στο φως και το σκοτάδι, για τις φυλές της νύχτας και τα βάρη που κουβαλούν στην πλάτη τους. Και το κάνει φαινομενικά εύκολα, δεξιοτεχνικά αβίαστα και πολύ πειστικά. Οι ηρωίδες και ο ήρωάς του συζητούν για τα πάντα, παντού: σε πάρκα, σε μπαράκια, σε εστιατόρια και σε «ξενοδοχεία του έρωτα». Όλοι έχουν κάτι να πουν, κάτι να ακούσουν, να μάθουν και να διδάξουν: «Σ’ αυτό τον κόσμο υπάρχουν πράγματα τα οποία μπορείς να κάνεις μόνο μοναχός, και πράγματα τα οποία μπορείς να κάνεις μόνο με κάποιον άλλο. Είναι σημαντικό να συνδυάζεις αυτά τα δύο αρμονικά…», αλλά και να χρησιμοποιείς τις αναμνήσεις σου σαν αυτό που ακριβώς είναι: «Καύσιμα… για τη ζωή».
Το «Μετά το σκοτάδι» είναι ένα από εκείνα τα βιβλία που μπορείς να διαβάσεις ξανά και ξανά με την ίδια ήπια ευχαρίστηση. Δεν προσφέρει το απαραίτητο «ευτυχισμένο τέλος» των ευπώλητων αναγνωσμάτων της δύσης, αλλά σου χαρίζει μικρά-μικρά ψήγματα ευδαιμονίας, σε κάνει να πιστέψεις ότι το ασχημόπαπο μπορεί πράγματι κάποια μέρα να μεταμορφωθεί σε κύκνο, σε πείθει ότι το τυχαίο έχει κάποιο σημαντικό ρόλο να παίξει στη ζωή σου. Απλά απολαυστικό.