Showing posts with label βιβλίο. Show all posts
Showing posts with label βιβλίο. Show all posts

Wednesday, September 22, 2010

Natsuo Kirino – Real World

Για το πώς είναι η ζωή των νέων στην Ιαπωνία σήμερα μας μιλά με έμμεσο, αλλά καίριο τρόπο, σ’ αυτό το μυθιστόρημα η Νάτσουο Κιρίνο.
Ειπωμένη στο πρώτο πρόσωπο, αλλά από πέντε διαφορετικά άτομα, αυτή είναι η ιστορία ενός νεαρού φοιτητή, τον οποίο οι γνωστοί του αποκαλούν «Σκουλήκι», και τεσσάρων κοριτσιών, που μετά από μια εγκληματική πράξη, συνδέονται με απροσδόκητο τρόπο μαζί του.
Το «Σκουλήκι» είναι ένα από εκείνα τα άτομα, που δε ζούνε τη ζωή, αλλά βρίσκονται στο περιθώριό της. Με άχαρο παρουσιαστικό, δειλός στις κοινωνικές σχέσεις, αμήχανος μέσα στο ίδιο του το σπίτι, μοιάζει περισσότερο νεκρός παρά ζωντανός, κάποιος που απλά διεκπεραιώνει αλλά δε ζει την κάθε μέρα. Όλα αυτά ωστόσο θ’ αλλάξουν, απρόσμενα και δραματικά, όταν σε μια κρίση συνεχόμενης οργής θα δολοφονήσει τη μητέρα του με ένα ρόπαλο. Από εκείνη τη στιγμή θα αρχίσει να υπάρχει. Θα γίνει το «αγόρι που σκότωσε τη μάνα του», κάτι που θα του φέρει μια δημοφιλία που ποτέ δεν περίμενε. Και τα πράγματα θα γίνουν ακόμη καλύτερα, όταν θα κλέψει το ποδήλατο και το κινητό τηλέφωνο μιας συνομήλικης γειτόνισσάς του, καθώς η ενέργεια αυτή θα τον βάλει στο επίκεντρο μιας παρέας κοριτσιών, που μέχρι τότε έμοιαζαν να αγνοούν επιδεικτικά την ύπαρξή του. Η μια, παρά το ότι της έκλεψε το ποδήλατο και το κινητό, δε θα τον καρφώσει στην αστυνομία, αλλά απλά θα του ζητήσει να της τα επιστρέψει. Η άλλη θα του αγοράσει νέο κινητό και θα του δώσει το δικό της ποδήλατο, για να τον βοηθήσει να ξεφύγει απ’ τους διώκτες του. Και μια τρίτη, όχι μόνο δε θα διστάσει να μιλήσει μαζί του για πολύ, αλλά θα σπεύσει κιόλας να τον συναντήσει, αποφασισμένη ίσως να βρει στη μορφή του αυτόν που κάποτε την εγκατέλειψε. Τέλος, η τέταρτη της παρέας, χάρη στα πιο πάνω γεγονότα και την αναπόφευκτη τραγική ή μη τους λύση, θα αποφασίσει επιτέλους να ομολογήσει τις αλήθειες της στους άλλους.
Η Κιρίνο με αφετηρία ένα έγκλημα μας μιλά για τη σύγχρονη απελπισία των νέων ανθρώπων στο Τόκιο. Άντρες δημοφιλείς και αδιάφοροι, κοινωνικοί κι απομονωμένοι. Κορίτσια συγχυσμένα, με επίπλαστες φιλίες, δοσμένα στον έρωτα και παρατημένα, που κρύβονται πίσω από προσωπεία και κλίκες. Αδιέξοδες σχέσεις και κοινωνική υποκρισία. Οικογένειες διαλυμένες, που απλά ζουν στο ίδιο σπίτι. Ένας κόσμος παλλόμενος και σάπιος, αυτοκαταστροφικός. Κάποιος που πιστεύει ότι για κείνον η μάνα του είναι πραγματικό βάσανο, αλλά δεν μπορεί να το πει πουθενά, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί στο έγκλημα. Μια κοπέλα που πιστεύει ότι ο προηγούμενος σκοτώνοντας τη μάνα του απλά τελειοποίησε τη μοναξιά του, κάτι που διακατέχει έντονα και την ίδια. Μαζί με το φόβο για τα όντα που παριστάνουν τους ανθρώπους. Κάποια άλλη που γελά μονάχα με τα χείλη, αλλά όχι με τα μάτια και μία που δεν εμπιστεύεται τη μητέρα της, αλλά πρέπει να το κάνει για να συνεχίσει να ζει. Και κάποια που ακροβατεί στα όρια της απελπισίας καθώς «το μόνο που θέλω είναι να συναντήσω κάποιον που να με καταλαβαίνει προτού πεθάνω», αφού «καθηλωμένη μέσα σε μια φυλακή αλλοπρόσαλλων ιδεών και καθηλωτικών συναισθημάτων, διαθέτω αυτή την προσωπικότητα που κάνει πολύ δύσκολη την προσπάθεια μου να επιβιώσω».
Η συγγραφέας εισβάλλει με βία στις σκέψεις και τις ψυχές των ηρώων της, δείχνοντάς μας κόσμους παράλογους και σκληρά ρεαλιστικούς, λέγοντας αλήθειες άβολες, που οι ενήλικες είτε επιλέγουν να αγνοήσουν, ή είτε απλά δεν μπορούν να καταλάβουν. Το Real World είναι ένα εξαιρετικό κοινωνικό μυθιστόρημα, αλλά αν είστε οπαδοί του χάπι εντ, θα σας σύστηνα να ψαχτείτε αλλού, αφού η Κιρίνο δε χαρίζεται σε τίποτα και σε κανένα.

Sunday, September 19, 2010

Shusaku Endo – Wonderful Fool

Διαβάζοντας κανείς αυτό το βιβλίο έχει την αίσθηση ότι πρόκειται για την ιαπωνική εκδοχή του «Ηλίθιου» του Ντοστογιέφσκι, αφού και εδώ έχουμε έναν απόλυτα καλό άντρα, τον οποίο όλοι θεωρούν βλάκα, αλλά που σιγά-σιγά κατορθώνει να κερδίσει τις καρδιές όσων γνωρίζει.
Ο ιάπωνας σωσίας του πρίγκιπα Μίσκιν είναι… γάλλος και ακούει στο όνομα Γκαστόν. Ο εν λόγω κύριος λοιπόν, που τυγχάνει απόγονος του Ναπολέοντα και αλογομούρης (έτσι ακριβώς), καταφθάνει κάποια ημέρα στην Ιαπωνία, θέλοντας να φέρει σε πέρας μια μυστική ολόδική του αποστολή. Ποια είναι αυτή; Αρνείται να την ομολογήσει, ακόμη και στον καλό του φίλο, διά αλληλογραφίας, τον Τακαμόρι, που αναλαμβάνει να τον φιλοξενήσει στο σπίτι του στη Γιοκοχάμα.
Στην αρχή ο Γκαστόν προκαλεί αμήχανες αντιδράσεις, ακόμη και αρνητικά συναισθήματα, σε όλους όσοι των γνωρίζουν, τόσο λόγω της εμφάνισής του, όσο και λόγω της συμπεριφοράς του. Ο παράξενος νέος μοιάζει να ζει στο δικό του κόσμο και να ακολουθεί μια δική του, εξωπραγματική για τη σύγχρονη -αμείλικτα σκληρή- κοινωνία ηθική. Δεν παραπονιέται για τίποτα, χαμογελά ή και γελά με τα πάντα, και ακόμη κι όταν δέχεται το ένα χτύπημα μετά από το άλλο, δεν αφήνει ποτέ να εισβάλει μέσα του το μίσος και δε χάνει την πίστη του στους ανθρώπους. Όσο περισσότερο πέφτει, τόσο πιο δυνατός γίνεται.
Ο Τακαμόρι, μετά τις αρχικές αμήχανες ώρες, είναι ο πρώτος που θα νιώσει κάποιου είδους αγάπη γι’ αυτόν το εκκωφαντικά ξένο άνθρωπο. Ο τρόπος σκέψης του θα τον αγγίξει. Το ίδιο θα συμβεί και με την αδελφή του, την Τομόε, που αν και οικτρά απογοητευμένη -αφού περίμενε να συναντήσει στο πρόσωπό του ένα ευγενή κι όμορφο νέο- δε θα μπορέσει να αντισταθεί στη μέσα του γοητεία, κι ας μην το παραδέχεται. Ο Γκαστόν μοιάζει να διαθέτει εκείνο το κάτι που κάνει τους ανθρώπους πιο καλούς, που ρίχνει φως στο μέσα τους σκοτάδι.
Ένας από τους ανθρώπους που τον χρειάζονται πιο πολύ απ’ τον καθένα είναι και ο Εντό. Ο τελευταίος είναι ένας στυγνός δολοφόνος, κάποιος χωρίς συναισθήματα, που μοιάζει να έχει ένα και μοναδικό σκοπό στη ζωή: να καθαρίσει το όνομα του αδελφού του, που σαπίζει στη φυλακή, αφού κάποιοι του φόρτωσαν στην πλάτη τα δικά τους κρίματα. Ο Γκαστόν, που ίσως τυχαία, ίσως και όχι, βρίσκεται στο δρόμο του, θέλει να τον αποτρέψει από το να διαπράξει νέα εγκλήματα. Γι’ αυτό, αν και αρχικά εκείνος τον απαγάγει, στη συνέχεια μένει μαζί του εθελοντικά, αφού δεν μπορεί να τον αφήσει να πάρει την εκδίκησή του. Είναι σίγουρος ότι η αγάπη γιατρεύει τις καρδιές και σίγουρα θα κάνει το θαύμα της και με τον Εντό. Το μόνο που δεν υπολογίζει στην κακία των άλλων.
Η γραμμένη με ανάλαφρο τρόπο αυτή ιστορία μας μιλά για τη δύναμη της πίστης, αλλά και για την απανθρωπιά της κοινωνίας στην οποία ζούμε. Και μας περιγράφει με τρόπο λιτό τα έργα και τις ημέρες ενός ανθρώπου, που δε μοιάζει να ανήκει στον κόσμο μας. Κάνει κριτική, χωρίς να ισοπεδώνει. Καταπιάνεται με το θάνατο (ψυχικό και σωματικό), δίχως ν’ αφήνει να σβήσει το φως της ελπίδας. Ένα εξαιρετικό βιβλίο, ένας αξέχαστος ήρωας.

Sunday, September 12, 2010

Saiichi Maruya – Rain in the Wind

Ο Μαρούγια είναι το ιαπωνικό αντίστοιχο του Μπόρχες. Αυτό το διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο της παρούσας συλλογής ιστοριών, αλλά το αντιλαμβανόμαστε κι απ’ τα ίδια τα διηγήματα, καθώς του συγγραφέα του αρέσει να επιδίδεται σε διάφορους δημιουργικούς ακροβατισμούς, αναμιγνύοντας με αριστοτεχνικό τρόπο τα είδη. Έτσι εδώ συναντάμε ιστορίες που περιλαμβάνουν μέσα τους άλλες ιστορίες, αλλά και δοκίμια, ακόμη και χαϊκού. Ακριβώς όπως και ο μεγάλος αργεντινός δημιουργός, ο Μαρούγια αρέσκεται να κλείνει με τρόπο το μάτι στον αναγνώστη, σα να του λέει ότι στο τέλος της ημέρας όλα είναι ένα παιχνίδι – ίσως όχι και τόσο εύκολο, αλλά οπωσδήποτε απολαυστικό.
Η συλλογή ανοίγει με το The Gentle Downhill Slop, την ιστορία ενός φοιτητή που δέχεται επίθεση από κάποιους αλήτες, καθώς αναζητεί δωμάτιο για να νοικιάσει σε μια απομονωμένη περιοχή του Τόκιο. Στην αρχή τον καταλαμβάνει ο τρόμος, αλλά καθώς αντιλαμβάνεται ότι αν δεν αντιδράσει θα βρεθεί και δαρμένος και χωρίς λεφτά, νιώθει την οργή να τον καταλαμβάνει και τους ξυλοφορτώνει. Στη συνέχεια πηγαίνει, για να ξεχαστεί, για πρώτη φορά στη ζωή του σ’ ένα μπουρδέλο, έκπληκτος και για τα γεγονότα που προηγήθησαν, αλλά και για τη ψυχραιμία του.
Το I’ll Buy That Dream είναι η ιστορία μιας νέας γυναίκας που παγιδεύεται στα ψέματά της. Κάποια ανύποπτη στιγμή λέει στον ιερωμένο φίλο της ότι έκανε πλαστική εγχείρηση αλλάζοντας το πρόσωπό της, κι αυτός παθαίνει εμμονή με την ιδέα αυτή. Θέλει οπωσδήποτε να δει πώς ήταν πριν, κι αυτή για να μην αποκαλυφθεί η απάτη σπεύδει να εξαφανίσει τις φωτογραφίες της. Το μόνο που δε φαντάζεται μέχρι που είναι εκείνος ικανός να φτάσει για να ικανοποιήσει την περιέργειά του.
Η πλέον πολύπλοκη από τις τέσσερις της συλλογής είναι το Tree Shadows που ακολουθεί. Και είναι μια ιστορία βιβλιοφιλική, αφού αναφέρεται σε αρκετούς συγγραφείς, ενώ ο ήρωάς της είναι ένας ευφάνταστος άντρας, ο οποίος είναι σίγουρος ότι ο Ναμπόκοφ έγραψε ένα διήγημα, που μάλλον ο ίδιος ονειρεύτηκε. Καθώς προσπαθεί ν’ ανακαλύψει αυτό το κείμενο, νιώθει τον ψυχικό του κόσμο να αναταράζεται, αφού δεν μπορεί να εντοπίσει ίχνος του. Σιγά-σιγά πείθεται ότι ήταν όντως ένα όνειρο το εν λόγω κείμενο και ησυχάζει. Στη συνέχεια αρχίζει να αφηγείται την ιστορία ενός συγγραφέα, που ήθελε να γράψει ένα διήγημα όπου τον κύριο ρόλο θα κρατούσαν οι σκιές των δέντρων. Καθώς το κάνει αυτό πέφτει στα χέρια του μια φωτογραφία η οποία υποτίθεται τραβήχτηκε για να απαθανατίσει τα πρόσωπα κάποιων ανθρώπων, αλλά αντί αυτών εμφανίστηκε στη θέση τους μονάχα η σκιά μιας σεκόγιας. Στο τέλος επισκέπτεται μια άγνωστη γριά, που αναλαμβάνει να του εξηγήσει όλα τα ανεξήγητα. Εξαιρετική ιστορία, σαν σύλληψη, αλλά και σαν εκτέλεση.
Με το ομότιτλο του τόμου Rain in the Wind, μια νουβέλα που, αλά Μπόρχες, θυμίζει βιογραφία και δοκίμιο, κλείνει αυτή η συλλογή. Σ’ αυτή παρακολουθούμε τις προσπάθειες ενός νεαρού διανοουμένου που προσπαθεί να αποδείξει ότι ο πατέρας του σ’ ένα ταξίδι γνώρισε κάποιο διάσημο μεθύστακα βουδιστή μοναχό και ποιητή των χαϊκού, τον Τανέτα Σαντόκα (πραγματικό πρόσωπο). Το θέμα αυτό του έχει γίνει έμμονη ιδέα με αποτέλεσμα να τον βάλει σε πολλούς προσωπικούς μπελάδες και να τον οδηγήσει σε πολλές ανεξήγητες, ακόμη και για κείνον τον ίδιο ενέργειες. Ο συγγραφέας εδώ μελετά σε βάθος το θέμα της εμμονής, αλλά μας ταξιδεύει κιόλας στο χρόνο, μιλώντας για το χθες της χώρας του και αναλύοντας ταυτόχρονα κάποια χαϊκού του ποιητή. Μέσα από τις πράξεις και τις σκέψεις του ήρωά του, αλλά και με την περιγραφή του ταξιδιού και της κατάληξής του, μοιάζει τελικά να μας λέει ότι κάποια μυστικά είναι καλύτερα να μένουν κρυμμένα, αφού η έκθεσή τους στο φως ίσως να προβεί οδυνηρά αποκαλυπτική.
Ένα αξιανάγνωστο βιβλίο, από ένα πολύ καλό συγγραφέα. Σίγουρα θα ασχοληθώ μαζί του και στο μέλλον. Αν φυσικά ανακαλύψω κάπου κάποιο άλλο έργο του.

Sunday, September 5, 2010

Yukio Mishima – The Sailor Who Fell from Grace with the Sea

«Αν και οι περισσότεροι άντρες επιλέγουν να γίνουν ναυτικοί επειδή τους αρέσει η θάλασσα, ο Ριούτζι ακολούθησε αυτό το δρόμο λόγω της αντιπάθειάς του για τη στεριά».
Αυτή το βιβλίο θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε απλά, με δυο λέξεις, σαν μια νουβέλα ενηλικίωσης. Το μόνο που δε μοιάζει καθόλου με τα κείμενα που παράγουν εδώ και δεκαετίες με τη σέσουλα οι αμερικανοί, αφού μιλά για ένα κόσμο μικρό, τεράστιο και σκληρό, όπου για να επιβιώσει κανείς πρέπει πολλές φορές να κάνει και πράγματα πέρα από κάθε ηθική και δίκαιο.
Ο Μισίμα γράφει για των ανθρώπων τα πάθη – άλλα μικρότερα, άλλα μεγαλύτερα. Και μας μιλά για το βάσανο της εφηβείας, ειδικά όταν μεγαλώνει κανείς σ’ ένα σπίτι χωρίς πατέρα. Υφαίνει με ψιλοβελονιές ακριβείας την ψυχοσύνθεση του νεαρού Νομπούρου, του οποίου η ζωή μοιάζει να αλλάζει αργά αλλά σταθερά, το μέσα του να απονεκρώνεται για να γίνει αποδεκτός από τους άλλους. Πού και πού αφήνει να εισβάλει λίγο φως στο σκοτάδι που τον τυλίγει, προτού το καταπνίξει κι αυτό, με τη βοήθεια κάποιων φίλων και συνένοχών του, μιας άτυπης συμμορίας, που μοιάζει να προετοιμάζεται για τα εγκλήματα του μέλλοντος.
Όλα αρχίζουν όταν ο Νομπούρου και η δυναμική, αλλά λίγο λειψή στα μητρικά της καθήκοντα, μάνα του γνωρίζουν τον Ριούτζι, ένα ναυτικό, ο οποίος ξόδεψε τη μισή του ζωή στη θάλασσα. Ο πρώτος πετά στα σύννεφα μετά την πρώτη συνάντηση, αφού ο τελευταίος εκπροσωπεί ότι περισσότερο αγαπά σ’ αυτό τον κόσμο: την ελευθερία. Αλλά κυρίως θαυμάζει τον νέο ναυτικό (νέο αφού είναι μόλις 34 χρόνων) γι’ αυτά που έζησε, για τις ιστορίες που του διηγείται ξανά και ξανά κάνοντας τη φαντασία του να καλπάζει. Η μητέρα του, η Φουσάκο, αρχικά νιώθει επιφυλακτική απέναντι στον Ριούτζι, αλλά πολύ σύντομα νιώθει κάποιου είδους συμπάθεια για κείνον και προτού περάσει καιρός πολύς τον ερωτεύεται, κάτι που δε ξεφεύγει από το γιο της, που εδώ και καιρό την παρακολουθεί πολύ στενά. Ο μικρός στην αρχή δεν έχει καμία αντίρρηση για το δεσμό τους, μοιάζει να τον επικροτεί μάλιστα. Και όσο περνά ο καιρός, κι αφού ο ναυτικός φεύγει για ένα ακόμη ταξίδι, τόσο μεγαλώνει κι η αγάπη του για τη θάλασσα. Οι κάρτες που του στέλνει ο τελευταίος και τα γραμματόσημα από όλα τα μέρη που επισκέπτεται, του κάνουν τη ζωή πολύχρωμη, και γιγαντώνουν το θαυμασμό του για τον άντρα. Ωστόσο όταν εκείνος επιστρέφει και ξανασμίγει με τη μάνα του, τα πράγματα αρχίζουν σιγά-σιγά να αλλάζουν. Αν και αρχικά του αρέσει η συμβίωση μαζί του, ενώ και η ιδέα του να πάρει αυτός τη θέση του πατέρα του δεν τον χαλά, όταν ο Ριούτζι δεν αντιδρά με την πρέπουσα οργή σ’ ένα μεγάλο συνεχόμενο παράπτωμά του, νιώθει κάτι να σπάει μέσα του και ξαφνικά τη θέση της αγάπης παίρνει η απέχθεια, το μίσος. Θέλει και πρέπει να τον τιμωρήσει, αμείλικτα.
Ο αυτόχειρας αυτός συγγραφέας μας παραδίδει ένα κείμενο υποδειγματικής λιτότητας. Λυρικό πού και πού, λίγο τρυφερό σε κάποια σημεία και απέραντα σκληρό σε άλλα, με φιλοσοφικές πινελιές εδώ κι εκεί, διαβάζεται εύκολα, αλλά αφήνει μια στυφή γεύση στο «στόμα». Είναι σαν να θέλει να μας πει ότι, σε μια ιστορία σαν κι αυτή, «ευτυχισμένο τέλος» δε θα μπορούσε ποτέ να υπάρξει. Και συμφωνούμε απόλυτα μαζί του. Ένα μικρό, μεστό και πάντα επίκαιρο βιβλίο.

Friday, September 3, 2010

Yoko Tawada – Where Europe Begins

Όπως λέει κι ο Βιμ Βέντερς στον πρόλογο του βιβλίου, αυτό θα μπορούσε να γραφτεί μόνο από μια γιαπωνέζα.
Το Where Europe Begins είναι μια εξαιρετική συλλογή διηγημάτων, που ανήκει σ’ αυτό το είδος λογοτεχνίας που θα αποκαλούσαμε μετά-μεταμοντέρνο. Όνειρο και πραγματικότητα, φαντασία και ζωή, μύθος και ιστορία, δένουν αρμονικά και ανατρεπτικά σ’ αυτά τα κείμενα. Η συγγραφέας μοιάζει να παίζει μαζί μας και τους ήρωές της, να μας κλείνει πειρακτικά το μάτι και να μας λέει: Τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνεται.
Τη συλλογή ανοίγει το The Bath, μια ιστορία όπου οι πρωταγωνιστές αλλάζουν συνεχώς ρόλους, σαν πρόσωπα παραμορφωμένα απ’ της πραγματικότητας τον καθρέφτη, σαν... μαριονετίστες.
Το The Reflection που ακολουθεί, είναι ένα εξαιρετικά ποιητικό κείμενο που μιλά για τον πνιγμό ενός μοναχού σε μια λιμνούλα -δρόμο που θ’ ακολουθήσει κι ένα νεαρό κορίτσι.
Μια ακροβασία στις λέξεις, τις έννοιες, το όνειρο και την πραγματικότητα, επιχειρεί η συγγραφέας στο Spores, την ιστορία κάποιου που θέλει να... νοικιάσει τ’ αυτί της ηρωίδας, ενώ μέσω του Canned Foreign που συναντάμε μετά, με τη βοήθεια της Σάσιας και της Σόνιας, κάνουμε ένα ταξίδι στη γλώσσα και τον πλούτο της.
Μια γυναίκα γεμάτη φοβίες γνωρίζουμε στο The Talisman, την Γκίλντα, η οποία μαζεύει ένα σωρό φυλακτά, που έχουν σκοπό να την προστατεύσουν από τον εξωγήινο που κρύβεται μέσα της, ή μέσα στον υπολογιστή, ή ακόμη και μέσα στη σούπα της.
Το Raisin Eyes είναι η ιστορία ενός κοριτσιού του οποίου ο μπαμπάς έγινε γυναίκα όταν έφαγε ψωμί απ’ το φούρνο. Ένα κείμενο που μοιάζει χιουμοριστικό, αλλά δεν είναι.
Περισσότερο μ’ ένα δοκίμιο για τη γλώσσα, την ακοή και την αφήγηση, παρά με διήγημα μοιάζει το γραμμένο μ’ ανάλαφρο τρόπο Storytellers Without Souls.
Στο Tongue Dance η Τάβατα μοιάζει να κάνει τραμπάλα στους ιστούς του παραλόγου, καθώς μας αφηγείται την ιστορία μιας κοπέλας που ονειρεύεται ότι έχει μεταμορφωθεί σε μια τεράστια γλώσσα.
Το διήγημα που δίνει τον τίτλο στη συλλογή είναι ένα από τα καλύτερά της. Εδώ έχουμε την ιστορία μιας κοπέλας που ξεκινά από την Ιαπωνία για ένα μακρινό ταξίδι. Στην αρχή παίρνει ένα καράβι για την δυτική Σιβηρία, από όπου θα επιβιβαστεί στον υπερσιβηρικό σιδηρόδρομο, που θα την πάει Εκεί Που Αρχίζει η Ευρώπη. Η ηρωίδα γράφει το ταξιδιωτικό της κείμενο προτού καν ξεκινήσει, ώστε να ξέρει τι θα πει μετά. Η αφήγηση εδώ μοιάζει αποσπασματική, καθώς θραύσματα από το χθες και το σήμερα, από τους μύθους και την πραγματικότητα, γίνονται ένα. Μέσα από τα ταξίδι της ηρωίδας μαθαίνουμε κάποια πράγματα για την Κοιμισμένη Γη (Σιβηρία), για ανθρώπους και παραδόσεις.
Εξαιρετικό είναι και το A Guest, με το οποίο κλείνει η συλλογή. Είναι η ιστορία μιας γυναίκας που πηγαίνει στο γιατρό, αφού νιώθει έντονους πόνους στ’ αυτί, για ν’ ακούσει εμβρόντητη απ’ τον τελευταίο ότι είναι... έγκυος. Στη συνέχεια τη βλέπουμε ν’ αγοράζει ένα βιβλίο απ’ τη λαϊκή αγορά, το οποίο όμως όπως θ’ ανακαλύψει σύντομα είναι κασέτες. Κασέτες, όμως, όπου κάποια φωνή αφηγείται ένα μυθιστόρημα. Η φωνή εκείνη ακριβώς είναι που θα την οδηγήσει στα όρια της παράνοιας, καθώς θ’ αρχίσει να στοιχειώνει τον ύπνο και τον ξύπνιο της, και που θα την αναγκάσει να πάρει ακραία μέτρα: να προσπαθήσει δηλαδή να εξολοθρεύσει το... αλφάβητο. Ένα διήγημα, όπου τα όρια καταργούνται και τίποτα δεν μοιάζει να ’ναι αληθινό.
Το Where Europe Begins είναι μια από τις καλύτερες συλλογές διηγημάτων που διάβασα τα τελευταία χρόνια και ανεβάζει σε νέα ύψη την εκτίμηση που τρέφω προς τις γιαπωνέζες συγγραφείς.

Yoko Tawada – Facing the Bridge

Αυτό το μικρό βιβλίο με τις τρεις νουβέλες το απόλαυσα όσο και το πρώτο της Τάβατα που διάβασα, τη συλλογή διηγημάτων Where Europe Begins.
Η Τάβατα δεν είναι μια συνηθισμένη συγγραφέας σε ό,τι αφορά τη γιαπωνέζικη πραγματικότητα αφού εδώ και χρόνια ζει στο Βερολίνο και γράφει τόσο στη μητρική της γλώσσα όσο και στα γερμανικά.
Στις ιστορίες της συνήθως συνυπάρχουν, ή αν προτιμάτε δένουν, αρμονικά το απτό, το πραγματικό, με το μεταφυσικό. Έτσι βλέπουμε πού και πού να λαμβάνουν χώρα συναντήσεις ανάμεσα στους ζωντανούς και τους νεκρούς, φαντάσματα να κόβουν βόλτες εδώ κι εκεί και άλλα ευφάνταστα, που συναντάμε και σε συγγραφείς όπως η Γιοσιμότο και οι δύο Μουρακάμι.
The Shadowman είναι ο τίτλος της πρώτης ιστορίας που συναντάμε εδώ. Βασικός της πρωταγωνιστής είναι ο Άμο, ένα παιδάκι από την Γκάνα που μεταφέρεται μ’ ένα καράβι στο Άμστερνταμ από τους αποικιοκράτες στις αρχές του 18ου αιώνα, που σκότωσαν ολόκληρο το χωριό του, αλλά λυπήθηκαν τον ίδιο. Ο Άμο είναι ένα πανέξυπνο παιδί που μαθαίνει εύκολα τα πάντα, κι έτσι η τύχη του χαμογελά. Το 1727 αρχίζει να σπουδάζει φιλοσοφία και γίνεται ο πρώτος μαύρος που παίρνει δίπλωμα από πανεπιστήμιο της Ευρώπης. Ωστόσο, το παρελθόν του τον κυνηγά και συχνά-πυκνά βλέπει εφιάλτες, που έχουν να κάνουν με τη σκλαβιά. Τελικά επιστρέφει εσπευσμένα στην Αφρική, μετά από μια αποτυχημένη προσπάθεια να δώσει ένα γράμμα σε μια γυναίκα που ερωτεύτηκε, κι η οποία τον κατηγόρησε ότι επιχείρησε να της επιτεθεί. Αυτά συνέβνηκαν τότε. Σε μια άλλη παράλληλη ιστορία συναντάμε δυο γιαπωνέζους φοιτητές που μελετούν το έργο του Λέσσινγκ (ή Λάνσινγκ, δεν είμαι σίγουρος). Όπως και νάχει, η σύμπτωση τους οδηγεί στη σύγκρουση, μέχρι που η κοπέλα, η Νανά, υποχωρεί κι αποφασίζει να καταπιαστεί με την ιστορία του Άμο.
Το In Front of Trang Tien Bridge διαδραματίζεται στο Βιετνάμ. Εκεί όπου φτάνει μετά από ένα γράμμα και μια απόφαση της στιγμής η Καζούκο, που εδώ και χρόνια ζει στο Βερολίνο. Η συγγραφέας μας παρουσιάζει μια ηρωίδα με φαινομενικά πολλαπλούς εαυτούς, οι οποίοι ανάλογα με τη στιγμή παίρνουν υπόσταση. Έτσι άλλοτε αναλαμβάνει η δεσποινίς Α, κάποτε η δεσποινίς Β, και πάει λέγοντας. Το ταξίδι της Καζούκο μοιάζει μ’ ένα ταξίδι αυτογνωσίας, αλλά και σαν ένα παιχνίδι της μοίρας. Μια παρόρμηση την κάνει να πάει εκεί, μια τυχαία γνωριμία τη βάζει σε περιπέτειες. Αυτός, ο Τζέιμς, ένας αμερικανός που υποστηρίζει ότι είναι γιαπωνέζος, την κάνει μάλλον άθελά του να δει τη ζωή από μια διαφορετική οπτική γωνία, να αποδεχτεί τις πολλαπλές όψεις της αλήθειας. Όνειρο και πραγματικότητα μπλέκονται συνεχώς και δύσκολα μπορεί να ξεχωρίσει κανείς τι είναι αλήθεια και τι ψέμα.
Η συλλογή κλείνει με την ιστορία Saint George and the Translator. Μια μεταφράστρια πηγαίνει στο σπίτι που της δανείζει ένας φίλος της στις Κανάριες Νήσους για να δουλέψει, αλλά δεν το μπορεί. Το κείμενο δεν της βγαίνει με τίποτα. «Το να διαβάζεις αυτή την ιστορία έμοιαζε με το να τριγυρνάς φορώντας άμμο αντί για παλτό», την ακούμε να λέει κάπου. Παίζοντας πάλι με το χώρο και το χρόνο, με τη φαντασία και την πραγματικότητα, και παρεμβάλλοντας ένθετα του υπό μετάφραση διηγήματος που τελικά δεν παίρνει ποτέ μορφή, η Τάβατα μας ξεναγεί στην ψυχή ενός βασανισμένου και μοναχικού κατά βάθος ανθρώπου, αλλά και στις σκέψεις και τις προκαταλήψεις των κατοίκων των νησιών. Από την αρχή είναι εμφανές ότι η ηρωίδα της δε θα βρει την ολοκλήρωση που ψάχνει, ωστόσο η ιστορία διαβάζεται γρήγορα και ευχάριστα, παρά τη θλίψη και την απόγνωση που σε ορισμένα σημεία εκπέμπει.
Ένα λίγο ασυνήθιστο, αλλά εξαιρετικό βιβλίο.

Yoko Ogawa – The Diving Pool

Ένα ακόμη εξαιρετικό δείγμα από την ιαπωνική σχολή. Η Γιόκο Ογκάουα με τις τρεις ιστορίες αυτής της συλλογής μας ταξιδεύει σε κόσμους αληθινούς και παράλογους, σκληρούς και πού και πού τρυφερούς. Μας μιλά για το σκοτάδι που κρύβεται στις ψυχές των ανθρώπων, για την κακία που αναβλύζει λες από μέσα μας από μόνη της αναγκάζοντάς μας να προβούμε σε πράξεις ακατονόμαστες, σε κινήσεις πέρα από κάθε λογική.
Στην πρώτη ιστορία, The Diving Pool. μαθαίνουμε για τα έργα και τις ημέρες μιας έφηβης κοπέλας, που είναι τρελά ερωτευμένη με κάποιον όμορφο ορφανό νέο. Ο τελευταίος ζει στο ορφανοτροφείο που διατηρούν οι γονείς της στο Φάρο, μαζί με κάποια άλλα «αδέσποτα» παιδιά. Η Άγια, όπως είναι το όνομά της, νιώθει ότι μέσα σ’ εκείνο το σπιτικό είναι το μοναδικό ορφανό που δεν έχει χάσει τους γονείς του και λίγα πράγματα είναι που της δίνουν χαρά: Να κοιτά το βρεγμένο κορμί του Τζουν καθώς κολυμπά ή βγαίνει από την πισίνα και να ταλαιπωρεί, ή μάλλον να βασανίζει τη μικρή Ράι, χωρίς να καταλαβαίνει καλά-καλά γιατί θέλει να το κάνει αυτό. Ίσως η τελευταία να είναι το εξιλαστήριο θύμα στο προσωπικό της δράμα. Η Ογκάουα μπαίνοντας βαθιά στον ψυχισμό της κοπέλας μας χαρίζει ένα ήρωα ξεχωριστό, ένα χαρακτήρα ιδιαίτερο, που αν και κακός δεν μπορείς στ’ αλήθεια να αντιπαθήσεις.
Το Pregnancy Diary είναι ένα αφήγημα όπου πραγματικότητα και φαντασία μοιάζουν να πάνε χέρι-χέρι. Μια κοπέλα κρατάει ημερολόγιο καταγράφοντας τις φάσεις που περνάει η έγκυος αδελφή της. Μέσα από τις σελίδες του μαθαίνουμε τα όσα ζουν οι δυο αδελφές, τις κινήσεις της πρώτης και τις κρίσεις της τελευταίας, διαβάζουμε για μια συνύπαρξη που δεν είναι και τόσο εύκολη. Πού και πού η ιστορία μοιάζει να κινείται στο κενό του χώρου, να ταξιδεύει απλά στον κόσμο των σκέψεων, να μην οδηγεί πουθενά. Αλλά στο τέλος όλα ξεκαθαρίζουν, παραμένοντας ωστόσο μετέωρα. Αυτό συμβαίνει όταν χθες και σήμερα γίνονται ένα, τότε που πια δεν μπορεί κανείς να ξεχωρίσει τι είναι αληθινό και τι όχι.
Η πιο σκοτεινή απ’ αυτές τις ιστορίες είναι το Dormitory, το οποίο κλείνει τη συλλογή. Είναι η ιστορία ενός νέου που πηγαίνει στη μεγάλη πόλη για σπουδές, της θείας του που τον υποδέχεται και ενός παράξενου γέρου τετραπληγικού, ιδιοκτήτη ενός παλιού φοιτητικού κοιτώνα. Η γυναίκα νιώθει μια βαθιά συμπάθεια για τον ανεξίτηλα τραυματισμένο άντρα και για μια περίοδο γίνεται η καλύτερη, ή μάλλον η μοναδική του φίλη: τον επισκέπτεται όλο και πιο συχνά, κάθεται μαζί του με τις ώρες, τον ακούει, τον φροντίζει, ενώ ο ανιψιός της φαίνεται να έχει μπει για τα καλά στο πνεύμα της φοιτητικής ζωής, αφού όλο απουσιάζει σε εκδρομές ή πηγαίνει σε αγώνες, κι έτσι δεν τον συναντάει ποτέ. Ωστόσο τα πράγματα δεν είναι ακριβώς όπως φαίνονται και η δύστυχη γυναίκα θα βρεθεί προ εκπλήξεων.
Η συγγραφέας με λόγια απλά και απέριττα μας χαρίζει τρία λογοτεχνικά διαμάντια, που ασχολούνται κατά κύριο λόγο με των ανθρώπων τα πάθη, αλλά και την κυρά-ζωή που τους την έχει στημένη στη γωνία. Πρόκειται για μια εξαιρετική συλλογή, που μπορείτε να διαβάσετε και στα ελληνικά. Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγρα με τίτλο «Η πισίνα των καταδύσεων».

Ryu Murakami – Piercing

Ο γιαπωνέζος Ρίου Μουρακάμι θεωρείται ένας από τους καλύτερους συγγραφείς ψυχολογικών θρίλερ. Τα περισσότερα μυθιστορήματά του είναι ολιγοσέλιδα και συχνά-πυκνά επιλέγει να γράφει στο πρώτο πρόσωπο χρησιμοποιώντας τη «φωνή» κάποιας νέας γυναίκας, κάτι που δε συμβαίνει εδώ. Ωστόσο, αυτό δεν αφαιρεί κάτι από την αφήγηση αφού ένα τρίτο μάτι είναι εκείνο ακριβώς που χρειάζεται για να πει αυτή την ιστορία όπως της πρέπει.
Το Piercing είναι η ιστορία του Kawashima και της Chiaκi, δύο φαινομενικά αντίθετων χαρακτήρων, που ωστόσο έχουν κάτι κοινό: κρύβουν ο καθένας το δικό του σκοτεινό μυστικό. Ο πρώτος νιώθει έντονα την επιθυμία να σκοτώσει κάποιο και η δεύτερη αυτοτραυματίζεται ξανά και ξανά, περιμένοντας κάποια ευγενική ψυχή, ένα από μηχανής θεό να έρθει και να τη σώσει. Και οι δύο επίσης δεν έχουν και την καλύτερη ιδέα για τον εαυτό τους, πάσχουν από έλλειψη αυτοπεποίθησης, ειδικά η κοπέλα η οποία ομολογεί: «Αυτή είμαι εγώ: μια γυναίκα με την οποία οι άλλοι άνθρωποι θα ένιωθαν ντροπή να κυκλοφορούν μαζί της».
Τα πάθη και τα σκοτεινά τους μυστικά θα οδηγήσουν τον ένα κοντά στον άλλο. Ο άντρας πρέπει να σκοτώσει κάποια για να σώσει το νεογέννητο παιδί του από τα φονικά του ένστικτα, κι η γυναίκα, που βγάζει το ψωμί της σαν πόρνη, πρέπει να χαρακώσει και πάλι το κορμί της για να εξαγνιστεί. Η συνάντησή τους θα είναι συνταρακτική και αιματοβαμμένη, στα όρια του τρόμου και της απόγνωσης.
Σ’ αυτή την ιστορία δεν υπάρχουν θύματα και θύτες, όλοι θύματα είναι, και οι ανατροπές των ρόλων αποδεικνύουν του λόγου το αληθές. Οι ήρωές μας χρειάζονται ο ένας τον άλλο, κι ας μη δείχνουν να το καταλαβαίνουν, αφού αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Ο ένας φλερτάρει με το φονικό κι η άλλη με το θάνατο. Η τελευταία κλέβει την ικανοποίηση που θα χάριζε στον πρώτο το έγκλημα, ο δεύτερος ουσιαστικά σώζοντάς την από τον εαυτό της την κάνει να εκτιμήσει λίγο περισσότερο τη ζωή. Καθώς το ένα γεγονός ακολουθεί το άλλο, καθώς μιλάνε όλο και πιο πολύ, τόσο και οι ομοιότητές τους βγαίνουν στο φως, τόσο και ξαλαφρώνουν. Στο κάτω-κάτω της γραφής: «Όλοι θέλουν να μιλάνε για τον εαυτό τους, και όλοι θέλουν να ακούνε τις ιστορίες των άλλων, έτσι ώστε να παριστάνουν τη μια τους ρεπόρτερ και την άλλη τις διασημότητες… Αυτό ακριβώς συμβαίνει. Όλοι τριγυρνάνε εδώ κι εκεί και συγκρίνουν τις πληγές τους μ’ εκείνες των άλλων».
Αυτή η νουβέλα δεν προσφέρεται για ανάγνωση απ’ τον καθένα, αφού διεισδύει με τρόπο σκληρό και ωμό στα σκοτάδια κάποιων ψυχών και περιγράφει χωρίς περιστροφές τις κακές επιρροές και τις διαστροφές τους. Πρόκειται για μια σκοτεινή ιστορία μέσα στην οποία πού και πού τρυπώνει λίγο φως. Λιτή, άμεση, καλογραμμένη.

Ryu Murakami – In the Miso Soup

Ο Ρίου Μουρακάμι δεν είναι τόσο γνωστός όσο ο καλτ Χαρούκι, αλλά είναι και αυτός ένας εξαιρετικός συγγραφέας, που ασχολείται συνήθως με το σκοτάδι που κρύβεται στις ψυχές των ανθρώπων.
Το “In the Miso Soup”, που σύμφωνα με τον Γκάρντιαν θυμίζει κάτι από το “American Psycho” είναι η ιστορία ενός νεαρού γιαπωνέζου, του Κέντζι, που αναλαμβάνει έναντι αμοιβής να ξεναγεί τους τουρίστες στην περιοχή με τα «κόκκινα φανάρια» του Τόκιο. Αν και δεν πρόκειται για σπουδαία δουλειά, του εξασφαλίζει τα προς το ζην κι αυτό τον ικανοποιεί. Ωστόσο αυτό που κάνει περιέχει και κάποιο ρίσκο, το οποίο κάποτε θα πάρει σάρκα και οστά όταν θα γνωρίσει έναν αμερικανό τουρίστα που ακούει στο όνομα Φρανκ. Ο Φρανκ δεν μοιάζει με κανένα από τους προηγούμενους πελάτες του, αφού φαίνεται να προέρχεται από έναν εντελώς διαφορετικό κόσμο απ’ αυτόν που ο ίδιος του περιγράφει. Όλη του η ζωή μοιάζει να είναι ένα ψέμα, μια φάρσα, μια έμπνευση της στιγμής. Μια έμπνευση που θα κοστίσει μάλλον ακριβά στην ψυχολογία του ανυποψίαστου αρχικά Κέντζι, αφού στο πρόσωπο του πελάτη του θα γνωρίσει μια ζώσα εκδοχή του εφιάλτη.
Ο Μουρακάμι θέλοντας να μιλήσει για τον σεξοτουρισμό και να περιγράψει τα πράγματα και τις καταστάσεις που επικρατούν στην περιβόητη περιοχή του Καμπούκι-τσο στο Τόκιο, δημιουργεί ένα ατμοσφαιρικό θρίλερ, το οποίο κατά κύριο λόγο λαμβάνει χώρα μέσα στο κεφάλι του ήρωά του. Ο Φρανκ μοιάζει να παίζει το παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι με τον Κέντζι, λέγοντάς του ασύστολα ψέματα, υποστηρίζοντας κάτι για να το ανατρέψει λίγο μετά, φυτεύοντας στο μυαλό του φοβερές υποψίες, που δεν μπορεί παρά να αποδειχτούν αληθινές.
Με εξαίρεση μια σκηνή μακελειού η ψυχολογική βία είναι αυτή που κλέβει την παράσταση σ’ αυτό το βιβλίο. Καθώς παρακολουθούμε το δράμα που διαδραματίζεται στη ζωή αλλά και μέσα στο μυαλό του Κέντζι, και βλέπουμε τους φόβους και τις αγωνίες του να βγαίνουν στο φως, δεν μπορούμε παρά να νιώσουμε κάποιου είδους συμπόνια γι’ αυτόν, αλλά και κάπου να εκνευριστούμε με την ατολμία του. Ο φόβος του για τον Φρανκ μοιάζει να παγώνει εκτός απ’ την ψυχή, κι αυτήν ακόμη τη λογική του, καθιστώντας τον σχεδόν εν αγνοία του πιόνι στη σκακιέρα του αδίστακτου αμερικανού.
Το παρόν είναι ένα βιβλίο για την απόγνωσή, αλλά και τη μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου, για την αγωνία του για αποδοχή και αναγνώριση από τους άλλους, αλλά και για την παραίτηση από τη ζωή, την καταβύθιση στην παθητικότητα πολλών νέων ανθρώπων, που μεγαλώνουν αστραπιαία και παραδίδονται στα πιο σκοτεινά τους ένστικτα, ανίκανοι να πιαστούν από το όχημα μιας κοινωνίας που μοιάζει να τρέχει και να αλλάζει με αστραπιαία ταχύτητα.
Οι κόσμοι που μας περιγράφει ο Μουρακάμι δεν είναι όμορφοι, κι ούτε αγγελικά πλασμένοι, θυμίζουν σκηνές νουάρ και αποπνέουν τρόμο, αλλά μοιάζουν πέρα και πέρα αληθινοί, φτιαγμένοι με τα υλικά μιας πραγματικότητας θλιβερής και ουσιαστικά αναπόφευκτης.
Καλύτερο από το “Piercing” των ατελείωτων σιωπών.

Natsuo Kirino - Out

Μου αρέσει πολύ να διαβάζω αστυνομική λογοτεχνία: σύγχρονη αμερικάνικη, αγγλική και τώρα τελευταία γιαπωνέζικη. Θεωρώ ότι οι συγγραφείς αυτού του συγκεκριμένου είδους είναι πραγματικοί ανατόμοι της κοινωνίας, όχι βέβαια τόσο οι αμερικανοί, όσο οι άγγλοι και οι γιαπωνέζοι. Τώρα, που το σκέφτομαι, κι από τους άγγλους ένας μόνος ξεχωρίζει, ο... σκοτσέζος Ίαν Ράνκιν, που γράφει για την πόλη του το Εδιμβούργο, όπως γράφει κι η Νάτσουο Κιρίνο για τη δική της, το Τόκιο. Η διαφορά της τελευταίας με όλους: δεν φαίνεται να την ενδιαφέρει το ίδιο το έγκλημα, αλλά το τι οδηγεί σ’ αυτό. Γράφει ξανά και ξανά για το σκοτάδι που φωλιάζει στις καρδιές των ανθρώπων και που από στιγμή σε στιγμή μπορεί να βγει με το έτσι θέλω, βίαια, στο φως.
Στο ανά χείρας βιβλίο, το πρώτο της συγγραφέως νομίζω που μεταφράστηκε στα αγγλικά (ακολούθησαν τα Grotesque και Real World, τα οποία θα παρουσιάσω εδώ τις επόμενες βδομάδες), το έγκλημα κι ο εγκληματίας μας αποκαλύπτονται απ’ το οπισθόφυλλο, τα κίνητρα του φόνου απ’ τις πρώτες σελίδες και η ιστορία ενός εγκληματία που θέλει να πάρει εκδίκηση πριν το ένα τέταρτο του βιβλίου. Τι μας μένει να μάθουμε, λοιπόν; Την κατάληξη μονάχα. Κι εδώ ακριβώς αναδεικνύεται η μαεστρία της Κιρίνο, καθώς παίρνει μια συνηθισμένη εγκληματική ιστορία και την τοποθετεί μέσα στα χρονικά της όρια, μιλά για την οικονομική κρίση, για τα προβλήματα των σύγχρονων οικογενειών, για την αποξένωση, για την απίστευτη καταπίεση στην οποία υποβάλλονται οι απλοί άνθρωποι για να τα βγάλουν πέρα. Σ’ όλα αυτά προσθέστε τη Γιακούζα, τους τοκογλύφους, τα παιδιά που μισούν ακόμη και τη θέα των γονιών τους, τη φιλία που μοιάζει να στηρίζεται σε πήλινα πόδια, και την κοινωνία που απαιτεί απ’ τους ανθρώπους να είναι πάντα χρήσιμοι, δηλαδή καταναλωτές, και ιδού: ένα αριστούργημα!
Όλα αρχίζουν όταν μια συνηθισμένη νοικοκυρά, που ακούει στο όνομα Γιαγιόι, σε μια στιγμή δικαιολογημένης τρέλας, σκοτώνει τον άντρα της με τα ίδια της τα χέρια. Ευρισκόμενη σε απόγνωση και μη ξέροντας τι να κάνει στρέφεται σε μια φίλη της απ’ τον εργοστάσιο όπου δουλεύει τις νύχτες για να ζητήσει βοήθεια, τη Μασάκο. Αφού σκέφτονται κι αποφασίζουν ότι δεν μπορούν να πάνε στην αστυνομία, δεν τους μένει παρά μία και μόνο λύση: να ξεφορτωθούν το πτώμα. Ναι, αλλά πώς; Κάνοντας εκείνο που ξέρουν καλύτερα, δουλεύοντας τα μαχαίρια. Τον κομματιάζουν, λοιπόν, με τη βοήθεια άλλων δύο γυναικών και τον παραχώνουν σε σακούλες με σκουπίδια, τις οποίες σκοπεύουν να ξεφορτωθούν σε διάφορα σημεία της πόλης. Η μια απ’ αυτές όμως είναι κάπως επιπόλαια και πολύ δειλή με αποτέλεσμα να αφήσει όλες τις δικές της στους κάλαθους ενός πάρκου, με αποτέλεσμα να τις ανακαλύψει η αστυνομία. Τότε αρχίζει ένας κύκλος ερευνών, ο οποίος οδηγεί στη σύλληψη ενός ιδιοκτήτη χώρων αναψυχής, με εγκληματικό παρελθόν, ενώ εκείνες μοιάζουν να τη βγάζουν καθαρή. Έλα, όμως, που πίσω έχει η γάτα την ουρά, αφού καθώς δεν προκύπτουν στοιχεία που να συνδέουν τον άντρα με το έγκλημα, τελικά, τον αφήνουν ελεύθερο. Στο μεταξύ, όμως, εκείνος έχει χάσει τα πάντα, κι έτσι τώρα ζητάει να πάρει την εκδίκησή του. Είναι σίγουρος ότι πίσω από το φόνο κρύβεται η γυναίκα του θύματος, αλλά δεν του φαίνεται πιθανόν να το έκανε δίχως συνεργό. Και τότε όλα αρχίζουν.
Η Κιρίνο δεν διστάζει να περιγράψει με λόγια σκληρά και γλώσσα ατίθαση αυτά που συμβαίνουν, να αναδείξει το ανθρώπινο χτήνος και όλα τα κακά που προκύπτουν απ’ την αποθέωση του χρήματος. Μας δείχνει με δυο λόγια τι μπορεί να μετατρέψει, απ’ τη μια στιγμή στην άλλη, κάποιες συνηθισμένες νοικοκυρές σε στυγνές δολοφόνους. Η αγάπη δεν έχει κανένα ρόλο σ’ αυτή την ιστορία, καλοί και κακοί δεν υπάρχουν. Όλοι στο ίδιο καζάνι βράζουν. Όσο για τον έρωτα, αυτός ξεψύχησε στις βιομηχανικές ζώνες. Η Μασάκο, αυτή που καταλαμβάνει τελικά τον κεντρικό ρόλο στον κορμό της αφήγησης, είναι ένας από τους πιο αξέχαστους χαρακτήρες, που δημιουργήθηκαν από πένα σύγχρονου συγγραφέα.
Οι αγγλοσάξονες επεφύλαξαν διθυραμβικές κριτικές γι’ αυτό το βιβλίο και δικαιολογημένα, αφού είναι ένα εξαιρετικό ανάγνωσμα. Το μόνο που ξέχασαν να αναφέρουν αυτό που γράφω στην αρχή: κανένας απ’ τους δικούς τους συγγραφείς, δεν θα μπορούσε ποτέ να το γράψει.
Μία ακόμη από τις «χρυσές σελίδες» της γιαπωνέζικης λογοτεχνίας.

Natsuo Kirino – Grotesque

Ένα ακόμη αριστουργηματικό μυθιστόρημα από μια μεγάλη κυρία της γιαπωνέζικης λογοτεχνίας. Πρόκειται για την ιστορία τριών γυναικών κι ενός μετανάστη. Οι δύο είναι πόρνες, οι δύο είναι αδελφές, αλλά δεν είναι κι οι δύο αδελφές πόρνες. Σας σύγχυσα; Το βιβλίο δεν θα σας συγχύσει, θα σας ταράξει λίγο, αλλά αυτό είν’ όλο.
Αλλά, ας πιάσουμε το νήμα από την αρχή. Δύο πόρνες βρίσκονται δολοφονημένες στο Τόκιο και όλες οι υποψίες πέφτουν στους ώμους ενός φτωχού μετανάστη από την Κίνα, κάποιου φαινομενικά αθώου άντρα, που ωστόσο κρύβει ένα φοβερό μυστικό, και που ομολογεί ότι διέπραξε ένα από τα εγκλήματα. Τις δύο γυναίκες ενώνει ένα νήμα από το παρελθόν, καθώς πρωτογνωρίστηκαν χρόνια πριν σ’ ένα σχολείο για προνομιούχα παιδιά.
Η Γιουρίκο ήταν από τότε μια πανέμορφη κοπέλα, σαν ψεύτικη κούκλα, κόρη άγνωστου πατρός, που είχε την πορνεία στο αίμα της από μικρή. Γι’ αυτό και άρχισε να εκδίδεται από τον καιρό που ήταν στο σχολείο, χρησιμοποιώντας χωρίς δισταγμό το σώμα και τη μαγευτική της εμφάνιση για ν’ αποκτήσει όση περισσότερο χρήμα και δύναμη μπορούσε. Κανείς δεν μπορούσε να της αντισταθεί εκτός από ένα αγόρι που ήταν ομοφυλόφιλο, χωρίς καλά-καλά να το καταλάβει. Αυτός θα γινόταν κι ο «προστάτης» της. Θα της έβρισκε πελάτες και θα έπαιρνε ποσοστά απ’ τα κέρδη.
Απ’ την άλλη μεριά η Καζούε ήταν μια μέτριας εμφάνισης κοπέλα, αλλά έξυπνη πολύ, που γνώρισε πολλές ταπεινώσεις στη ζωή της. Αυτή θα έκανε ό,τι περνούσε απ’ το χέρι της για να γνωρίσει την καταξίωση, αλλά το παρουσιαστικό της δεν θα της επέτρεπε ποτέ να αποκτήσει τον άντρα που ποθούσε. Αυτό και κάτι άλλο.
Την ιστορία των δύο κοριτσιών τη μαθαίνουμε μέσα από τα ημερολόγιά τους, αλλά και τις αφηγήσεις της πικρόχολης αδελφής της Γιουρίκο, η οποία κατηγορεί την τελευταία για όλα τα κακά της μοίρας της.
Η Κιρίνο, όμως, δεν αρκείται στις πιο πάνω, θέλει να μας μιλήσει όσο περισσότερο γίνεται και για το δολοφόνο. Έτσι, με οδηγό την κατάθεσή του στο δικαστήριο, μαθαίνουμε πώς ξεκίνησε, όπως εκατομμύρια άλλοι συμπατριώτες του, από ένα χωριό στην Κίνα, με σκοπό να πιάσει την καλή στη μεγάλη πόλη. Μέσα από μια μακροσκελή αφήγηση, που καταλαμβάνει μεγάλο μέρος του βιβλίου, μαθαίνουμε για τις δυσκολίες της αποστολής του, καθώς μαζί του ήταν κι η μικρή του αδελφή, τις κακουχίες τις οποίες υπέστησαν, την εκμετάλλευση της οποίας έτυχαν στη χώρα τους, αλλά και την τραγική κατάληξη της πορείας τους προς την Ιαπωνία.
Μ’ αυτά κι αυτά η συγγραφέας μοιάζει να καταβυθίζεται στις ψυχές των ηρώων της, να τις ξεψαχνίζει, να προσπαθεί να φέρει σιγά-σιγά στο φως τα πιο μύχιά τους μυστικά. Και τέτοια κρύβουν πολλά. Όχι, το Grotesque δεν είναι ένα βιβλίο μεγάλων ανατροπών, αλλά ένα μυθιστόρημα χαρακτήρων και κοινωνικού προβληματισμού. Όπως και η Μιγιάμπε, η Κιρίνο βάζει το μαχαίρι στο κόκαλο της ιαπωνικής κοινωνίας, αναδεικνύει τα στραβά της, μιλά χωρίς κανένα ενδοιασμό για τις διαστροφές της. Την παρουσιάζει σαν μια κοινωνία δίχως ίχνος ανθρωπιάς και καλοσύνης, όπου όλα είναι σχετικά, κι όπου ο καθένας θέλει να είναι κάποιος άλλος. Εδώ κανείς σχεδόν δεν μιλά για παραδοσιακές αξίες και αρχές. Τα στοιχεία που αναδεικνύονται είναι η σήψη και η παρακμή.
Τώρα θα μου πείτε: Μα, τι ενδιαφέρον θα μπορούσε να έχει ένα βιβλίο του οποίου το τέλος το γνωρίζεις από την αρχή; Η απάντηση: μεγάλο. Γιατί αν δεν μάθει κανείς όλη την ιστορία, αν δεν γίνει ένα με τους χαρακτήρες της, ποτέ δεν θα καταλάβει πλήρως τι ήταν εκείνο που οδήγησε στο μοιραίο τέλος.
Αυτό το μυθιστόρημα δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι... μπονσάι, όπως εκείνα της Μπανάνα Γιοσιμότο, του Ρίου Μουρακάμι και της Άμι Σακουράι. Έχει μια μεγάλη ιστορία να πει και παίρνει όσο χρόνο και σελίδες χρειάζεται για να την πει. Απλά υπέροχο.

Miyuki Miyabe - All She Was Worth

Όσο περισσότερη γιαπωνέζικη λογοτεχνία διαβάζω τόσο πιο πολύ πείθομαι ότι αν αυτοί και αυτές οι συγγραφείς έγραφαν στην Ελλάδα, μάλλον δεν θα έβρισκαν ποτέ εκδότη.
Η Μιγιούκι Μιγιάμπε είναι μια από τις πιο δημοφιλείς συγγραφείς στην Ιαπωνία. Γράφει, υποτίθεται, βιβλία μυστηρίου και θρίλερ, αλλά το μόνο που κάνει -και το κάνει πολύ καλά- είναι να σχολιάζει τον σύγχρονο τρόπο ζωής στην Ιαπωνία, με τη βία, τις διαλυμένες οικογένειες, την έκπτωση των αξιών και τα λοιπά τραγικά.
Στο ανά χείρας βιβλίο τον βασικό ρόλο κρατά ένας ντετέκτιβ -που βρίσκεται σε αναρρωτική άδεια αφού πληγώθηκε στη διάρκεια του καθήκοντος- τον οποίο προσλαμβάνει ο ανιψιός του για ν’ ανακαλύψει την αρραβωνιαστικιά του, που από τη μια στιγμή στην άλλη έχει εξαφανιστεί, δίχως ν’ αφήσει ίχνος πίσω της.
Η συγγραφέας, ωστόσο, αντί ν’ ακολουθήσει την αμερικάνικη πεπατημένη, να γράψει δηλαδή ένα θρίλερ μυστηρίου και καταδίωξης, μας δίνει νωρίς-νωρίς τη λύση στο γρίφο και χρησιμοποιεί την εξέλιξη του μύθου για να μιλήσει για τα κακά της καταναλωτικής κοινωνίας. Όσο ο ντετέκτιβ, λοιπόν, αναζητεί τη γυναίκα-φάντασμα, τόσο πιο πολλά πράγματα μαθαίνουμε για τις πιστωτικές κάρτες και την υπερχρέωσή τους που οδηγούν στην οικονομική καταστροφή και το έγκλημα, για την αγωνία των νέων ανθρώπων για καταξίωση, για το πώς η ομορφιά και τα νιάτα είναι ο πιο καθοριστικός παράγοντας για την αναρρίχηση στην κοινωνική κλίμακα.
Η πλοκή είναι σχεδόν ανύπαρκτη, αλλά με τη μαεστρία της η συγγραφέας καταφέρνει να κρατήσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη ζωντανό απ’ την πρώτη ως την τελευταία σελίδα. με τα μικρά οικογενειακά δράματα που περιγράφει, με τις διαδρομές του πρωταγωνιστή απ’ τη μια πόλη στην άλλη, με τους πολύχρωμους χαρακτήρες του, ακόμη και με τη χρήση παραδοσιακών αφορισμών του τύπου: «Χρειάζονται τρεις γενιές για να γίνει κάποιος ‘ντόπιος’ στο Τόκιο». Οι αναφορές στην παράδοση, εξάλλου, δεν λείπουν από κανένα απολύτως γιαπωνέζικο βιβλίο, που διάβασα μέχρι σήμερα.
Αυτό το βιβλίο, που αν έβγαινε στην Ελλάδα θα πήγαινε άπατο, σημείωσε τεράστια εμπορική επιτυχία, όταν πρωτοκυκλοφόρησε το 1992 στην Ιαπωνία, και απέσπασε τα βραβεία Καλύτερου Μυθιστορήματος, αλλά και Βιβλίου Μυστηρίου της χρονιάς.
Αλλά ακόμη και χωρίς αυτές τις συστάσεις, θα λέγαμε ότι είναι ένα απολαυστικό ανάγνωσμα, που καθηλώνει δίχως να προσπαθεί καν να εντυπωσιάσει.

Haruki Murakami – Dance Dance Dance

Δεν μπορώ να πω ότι αυτό είναι ένα από τα αγαπημένα μου βιβλία του Χαρούκι Μουρακάμι (αν και δεν τα διάβασα ακόμη όλα), ωστόσο το απόλαυσα. Το πιο δυνατό σημείο του δε θα έλεγα ότι είναι ο μύθος, αλλά η πρόζα. Με οδηγό τις λέξεις ο καλός γιαπωνέζος συγγραφέας μας ταξιδεύει για μια ακόμη φορά στα μονοπάτια του πραγματικού και του φανταστικού, τα οποία πού και πού όχι μόνο συναντιόνται, αλλά γίνονται ένα και το αυτό.
Όλα αρχίζουν με την επίσκεψη ενός ζευγαριού σ’ ένα παράξενο ξενοδοχείο στο Σαπόρο, το οποίο μοιάζει έρημο. Σε ολόκληρο το χώρο δε μοιάζει να υπάρχει άλλος κανείς παρά αυτούς τους δύο, τους ψίθυρους και κάποια φαντάσματα. Εκείνος είναι ένας «ελεύθερος» συγγραφέας, που καταπιάνεται με τα πάντα: γράφει από διαφημιστικά φυλλάδια, μέχρι άρθρα για τη γαστρονομία, παίρνει συνεντεύξεις από σταρ κοκ. Εκείνη; Κανείς δεν ξέρει στ’ αλήθεια τι κάνει εκείνη. Το μόνο που μαθαίνουμε είναι ότι το όνομά της είναι Κική και πως σύντομα θα χαθεί από προσώπου γης, κάτι που θα κοστίσει πολύ στον πρωτοπρόσωπο αφηγητή.
Ο ήρωας θα πέσει σιγά-σιγά στο λάκκο με τα προσωπικά του φίδια. Η εικόνα της γυναίκας θα στοιχειώνει τη ζωή και τα όνειρά του, δε θα τον αφήνει στιγμή να ησυχάσει, θα τον οδηγεί απ’ το ένα αδιέξοδο στο επόμενο. Κάποια στιγμή, κι αφού νιώθει ότι δεν πάει άλλο, αποφασίζει να επιστρέψει στο «χώρο του εγκλήματος». Ωστόσο εκεί τον περιμένει μια μεγάλη έκπληξη: τη θέση του μικρού, παρακμιακού ξενοδοχείου Ντόλφιν, έχει πάρει μια μοντέρνα κατασκευή που με το ίδιο όνομα εξυπηρετεί την εκλεκτή πελατεία της. Στην αρχή δεν μπορεί να πιστέψει στα μάτια του, αλλά αντιλαμβάνεται ότι από τη στιγμή που έχει ήδη κλείσει δωμάτιο εκεί, δεν μπορεί να κάνει πίσω. Μπαίνει λοιπόν μέσα κι από εκείνη τη στιγμή αρχίζει το παιχνίδι των μεταφυσικών και μη συμπτώσεων. Γνωρίζει μία υπάλληλο, που κρύβει ένα τρομακτικό μυστικό κι ένα δεκατριάχρονο κορίτσι, που μπορεί να διαισθανθεί τα πιο παράξενα πράγματα, ενώ κάποια βραδιά συναντά και τον Άνθρωπο Πρόβατο, που μοιάζει να ζει παντού και πουθενά, ορατός μονάχα από εκείνους που θέλει να τον δουν. Τα μυστικά που αρχίζουν σιγά-σιγά να βγαίνουν στο φως αποκαλύπτουν της ζωής του τις άγνωστες αλήθειες. Του λένε ότι όλα αρχίζουν και τελειώνουν εκεί, σ’ εκείνο το ξενοδοχείο, όπου έχασε την Κική, που γνώρισε την όμορφη Γιουμιγιόσι και την παράξενη έφηβη Γιούκι. Όταν τελικά θα φύγει, η τύχη θα τα φέρει έτσι ώστε να ταξιδέψει με την τελευταία και σε χρόνο μηδέν να γίνουν φίλοι. Εκείνος μοιάζει να είναι ο μοναδικός άνθρωπος που εμπιστεύεται η μικρή, περισσότερο κι από τη φευγάτη φωτογράφο μάνα της και τον πλούσιο συγγραφέα πατέρα της. Η επιστροφή του στο Τόκυο, η επανασύνδεσή του μ’ ένα παλιό φίλο και ένα ταξίδι στη Χαβάη που θα ακολουθήσει όχι και πολύ μετά, θα τον οδηγήσουν σιγά-σιγά, με τη βοήθεια και της Γιούκι, στη λύση του μυστηρίου της εξαφάνισης της Κική. Στο μεταξύ θα συμβούν και άλλα πολλά, μικρότερης ή μεγαλύτερης σημασίας γεγονότα, που θα του αλλάξουν τη ζωή και την οπτική για πάντα.
Βασικά εδώ έχουμε ένα καλογραμμένο βιβλίο, που ως συνήθως ξεχειλίζει από μουσική, στο γνωστό ύφος του Μουρακάμι, το οποίο ωστόσο δε φτάνει στο ύψος του Kafka on the shore (αν και κάπου γίνεται αναφορά στον αγαπημένο του συγγραφέα). Οι πιστοί φίλοι του διάσημου γιαπωνέζου δε θα απογοητευτούν. Κάποιοι άλλοι ίσως και να το κάνουν. Είναι θέμα γούστου και ισορροπίας.

Banana Yoshimoto – N.P.

Μία ακόμη ξεχωριστή νουβέλα από μια από τις κορυφαίες γιαπωνέζες συγγραφείς, την Μπανάνα Γιοσιμότο.
Το N.P. είναι ο τίτλος της τελευταίας συλλογής διηγημάτων ενός δυστυχισμένου γιαπωνέζου συγγραφέα που ζούσε στις Ηνωμένες Πολιτείες και έγραφε στ’ αγγλικά, του Σακάο Τακάσε, ο οποίος αυτοκτόνησε στα σαράντα οκτώ του χρόνια, αφήνοντας πίσω του τρία παιδιά: δυο νόμιμα κι ένα εξώγαμο, κι αρκετές θρυμματισμένες ζωές.
Το έργο αυτού του γνήσιου τέκνου της Ιαπωνίας μοιάζει να φέρει πίσω του κάποιου είδους κατάρα, αφού όσοι προσπάθησαν να το μεταφράσουν στη μητρική του γλώσσα οδηγήθηκαν στην αυτοκτονία. Ο τελευταίος απ’ αυτούς ήταν ο Σιότζι, φίλος της Καζάμι και βασικής πρωταγωνίστριας σ’ αυτή την ιστορία.
Αυτός ο θάνατος, αλλά και η τελευταία και πιο τραγική, αυτοβιογραφική ιστορία του συγγραφέα είναι που φέρνουν κοντά και απομακρύνουν ταυτόχρονα το ένα από το άλλο, όλα τα παιδιά και θύματά του. Λέω «θύματά του» αφού ο Σακάο με τα γραπτά και τις πράξεις του, μοιάζει να είναι εκείνος που κινεί τα νήματα στις ζωές των απογόνων του, ακόμη και μέσα από τον τάφο.
Μια ιστορία σκληρή και τρυφερή είναι αυτή που ξετυλίγεται μέσα από τις σελίδες του N.P. Μια ιστορία για μυστικά και ψέματα, για ματωμένες αλήθειες και καταρρακωμένες ψυχές, για το σκοτάδι που κρύβουμε μέσα μας, για τις εμμονές μας. Εκείνο που μας εκπλήσσει σ’ αυτό το βιβλίο δεν είναι οι συνταρακτικές αποκαλύψεις του, ούτε η απλότητα με την οποία η συγγραφέας περιγράφει τα «ανήκουστα», αλλά η ζεστασιά με την οποία η τελευταία αγκαλιάζει τους ήρωές της. Σαν να μας λέει: όλοι άνθρωποι είμαστε, όλοι λάθη κάνουμε, κι αξίζουμε τη συγχώρεση.
Ωστόσο, δεν είναι η αφηγήτρια Καζάμι, που κλέβει την παράσταση σ’ αυτή τη σε πρώτο πρόσωπο ειπωμένη ιστορία, αλλά η Σούι, η εξώγαμη κόρη του Σακάο που θα γίνει κι ερωμένη του, κι η οποία μετά το θάνατό του θα τα φτιάξει με το γιο του, τον Οτοχίκο. Η Σούι είναι μια τραγική ηρωίδα που ξεχειλίζει από ζωή, ένα πολύχρωμο κορίτσι με ντυμένη στα μαύρα την ψυχή, μια γυναίκα-πόνος, που μοιάζει να ψάχνει απεγνωσμένα τη λύτρωση από ένα παρελθόν που είναι χαραγμένο μέσα της, που στοιχειώνει την κάθε μέρα της, που την οδηγεί φαινομενικά αμετάκλητα στα μπουντρούμια της τρέλας. Η Σούι είναι ένας χαρακτήρας αξέχαστος, που δεν μπορεί να φανταστεί «μια ζωή δίχως κάποια ιστορία» κι η οποία μπορεί να δει όσα οι άλλοι αδυνατούνε, «μεθυσμένοι,» καθώς είναι «απ’ τις αναμνήσεις» τους.
Δίπλα και στη σκιά των πιο πάνω παραδέρνει η Σάκι, το άλλο παιδί του μακαρίτη, μια γυναίκα που μοιάζει να ξέρει τι θέλει να κάνει στη ζωή της, αλλά δεν βρίσκει τον τρόπο.
Η Γιοσιμότο αποδεικνύει για μια ακόμη φορά πόσο καλά ξέρει τις γυναίκες της, τις οποίες αναλύει διεξοδικά στη διάρκεια της αφήγησης, αλλά και ελλειπτικά, όπως σχεδόν πάντα. Τα πολλά λόγια είναι φτώχεια, μοιάζει να μας λέει για μία ακόμη φορά, καθώς την αβανταδόρικη ιστορία της τη συμπυκνώνει σε 194 μόλις σελίδες (στην αγγλική έκδοση) – σελίδες που αναπνέουν ελεύθερα, δίχως περιττά βαρίδια.
Μέσα από τα βιβλία της Γιοσιμότο, της Σακουράι και του Ρίου Μουρακάμι, μοιάζει να φτάνει στ’ αυτιά μας το μήνυμα ότι το «μικρό είναι όμορφο», κι αυτό είναι ενθαρρυντικό σε μια εποχή που τα μυθιστορήματα αρχίζουν και αποκτούν όλο και μεγαλύτερο όγκο, όλο και λιγότερη ουσία.

Banana Yoshimoto – Kitchen

Το πρώτο βιβλίο της Μπανάνα Γιοσιμότο που διάβασα ήταν αυτό. Το τελευταίο, το ίδιο. Ανάμεσα στις δύο αναγνώσεις μεσολάβησαν δεκατρία, νομίζω, χρόνια, κι αυτό επειδή το δάνεισα σε κάποιον/α κάποτε και όπως πάντα ξέχασε -όποιος/α κι αν ήταν- να το επιστρέψει. Έτσι, όταν το ξαναπήρα χθες στα χέρια μου, στην αγγλόφωνη αυτή τη φορά έκδοση, το άνοιξα λες και δεν το είχα διαβάσει ποτέ ξανά. Και όντως, έτσι ένιωσα με την πρώτη νουβέλα, το Kitchen αφού δε θυμόμουνα καθόλου την ιστορία της. Η δεύτερη όμως, το Moonlight Shadow, ήταν όπως φαίνεται καλά χαραγμένη στο μυαλό μου, αφού τη θυμόμουνα με κάθε λεπτομέρεια.
Η Γιοσιμότο και σ’ αυτό το βιβλίο μιλά με λόγια απλά και δίχως να αμπελοφιλοσοφεί για τα αγαπημένα της θέματα, του έρωτα και του θανάτου. Η απώλεια και εδώ παίζει τον πιο σημαντικό ρόλο, είναι ο πόλος γύρω από τον οποίο περιστρέφονται οι ζωές και τα συναισθήματα των ηρώων της.
Το Kitchen είναι η ιστορία μιας κοπέλας που βλέπει το ένα μετά το άλλο τα μέλη της οικογένειάς της να πεθαίνουν, μέχρι που κάποια μέρα ξυπνά για ν’ αντιληφθεί ότι είναι εντελώς μόνη. Δεν έχει κανένα άνθρωπο κοντά της και η μοναξιά κι η λύπη αρχίζουν να τρομοκρατούν το είναι της, να του φωνάζουν τα αδιέξοδα στα οποία έχει φτάσει. Ωστόσο, η μοίρα, παρόλο τον πόνο που την πότισε για χρόνια και χρόνια, αυτή τη φορά θα θελήσει να της φερθεί ευγενικά, να τη σώσει απ’ τα φαντάσματά της και να τη βοηθήσει να ξεκινήσει μια καινούρια ζωή. Τον από μηχανής θεό της θα τον βρει στο πρόσωπο του Yoichi, ενός νεαρού που διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τη γιαγιά της (το τελευταίο μέλος της οικογένειας που αποχαιρέτισε τα εγκόσμια) και της μητέρας του, της Έρικο. Η Έρικο προτού γίνει η μητέρα του πρώτου ήταν ο πατέρας του, που μετά από το θάνατο της συζύγου του αποφάσισε ν’ αλλάξει φύλλο, αφού ήταν σίγουρος ότι δεν επρόκειτο ν’ αγαπήσει άλλη γυναίκα τόσο πολύ ξανά. Η Mikage στα πρόσωπα αυτών των δύο, στο σπίτι των οποίων μετακομίζει, θα γνωρίσει για πρώτη φορά στ’ αλήθεια τη σημασία της λέξης οικογένεια. Ωστόσο, ο θάνατος κάπου καραδοκεί και περιμένει την κατάλληλη στιγμή για να χτυπήσει, σκορπώντας στο άνεμο όποια αχνάρια χαράς απομένουν στις ζωές των πρωταγωνιστών. Αυτή τη φορά όμως δε θα αφήσει πίσω του μόνο συντρίμμια, αλλά και μια αποφασιστικότητα για τη ζωή, θα ξυπνήσει αποκοιμισμένες επιθυμίες, θα δώσει στον αυθορμητισμό πρόσφορο έδαφος για να εκδηλωθεί, για να μην αφήσει άλλο τις ψυχές να παραδέρνουν στις μέσα τους κολάσεις.
Το μεταφυσικό παίζει σημαντικό ρόλο στο Moonlight Shadow. Και σ’ αυτή τη νουβέλα ο θάνατος είναι η αφορμή. Σ’ ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα πεθαίνουν δύο νέοι άνθρωποι, αφήνοντας πίσω τους άλλους δύο, να θρηνούν μέρα και νύχτα, ο καθένας με το δικό του τρόπο, για τον άδικο χαμό τους. Η ζωή τους φέρθηκε απροσδόκητα σκληρά, κι αυτό ακριβώς το γεγονός είναι που τους φέρνει πιο κοντά, αφού νιώθουν ότι μοναχά αυτοί οι δυο μπορούν να καταλάβουν ο ένας τον άλλο. Η κοπέλα θρηνεί έναν εραστή. Το αγόρι, μια ερωμένη κι έναν αδελφό. Σα μια μελαγχολική μπαλάντα είναι η ζήση τους μέχρι που κάποια αυγή τα γεγονότα παίρνουν μια αναπάντεχη στροφή, μέχρι που οι νεκροί συναντούν τους ζωντανούς και οι βαμμένοι στο αίμα δεσμοί λύνονται. Τότε τα πράγματα αρχίζουν να μοιάζουν πιο φωτεινά, η θλίψη γίνεται λίγο πιο ανεκτή, κι η ζωή εκεί έξω αρχίζει να φωνάζει το παρόν της.
Ως συνήθως η Γιοσιμότο τα λέει όλα όμορφα κι απλά μέσα σε λίγες μόνο σελίδες, εκεί όπου άλλοι ομότεχνοί της στη Δύση, με τέτοια αβανταδόρικα θέματα, θα έγραφαν τόμους και τόμους. Ακόμη και το υστερόγραφο στην παρούσα έκδοση μοιάζει να κλείνει το μάτι στον αναγνώστη και να του λέει: «Εγώ απλά γράφω ιστορίες. Σ’ ευχαριστώ που τις διαβάζεις». Εξαιρετική.

Banana Yoshimoto – Asleep

Η Μπανάνα Γιοσιμότο είναι η πλέον αγαπημένη μου από τις γιαπωνέζες συγγραφείς, απλά και μόνο επειδή οι ιστορίες της είναι απλές, ουσιαστικές και βαθιά ανθρώπινες. Με εξαίρεση το εξαιρετικό Άμριτα, που θα παρουσιάσω κάποια στιγμή στο μέλλον, όλα τα υπόλοιπα βιβλία της είναι ολιγοσέλιδα καθώς αποτελούνται από διηγήματα και μικρές νουβέλες.
Ολιγοσέλιδο είναι και το Asleep που περιλαμβάνει τρεις ιστορίες, τις οποίες διατρέχει η αίσθηση της απώλειας, η μοναξιά, αλλά και κάποια φυσήματα αισιοδοξίας, αφού οι πρωταγωνιστές του μοιάζουν να θέλουν να μας πουν ότι η ζωή δεν τελειώνει με το θάνατο κάποιου, αλλά συνεχίζεται, ίδια μα διαφορετική, πιο φτωχή μα στο βάθος πλούσια.
Και σ’ αυτά τα διηγήματα τους πιο σημαντικούς ρόλους διαδραματίζουν οι γυναίκες. Οι γυναίκες της Γιοσιμότο. Τι θέλω να πω μ’ αυτό το τελευταίο; Όποιος έχει διαβάσει κάποια από τα βιβλία της θα καταλάβει, οι υπόλοιποι ας αρκεστούν στο πιο κάτω: οι γυναίκες της συγγραφέως κάθε άλλο από συνηθισμένες είναι. Πρόκειται για γυναίκες που μοιάζουν να ζουν μέσα στο κεφάλι τους, να βιώνουν με το δικό τους ξεχωριστό τρόπο τη ζωή, να επικοινωνούν με τα πνεύματα.
Έτσι στην πρώτη ιστορία, το Night and Night’s Travelers, διαβάζουμε για το θάνατο ενός ερωμένου και αδελφού, κάποιου που σκορπούσε πάντα χαρά στο πέρασμά του και για τις γυναίκες που άφησε πίσω του: μια αμερικάνα στις ΗΠΑ, που παντρεύτηκε τελικά κάποιον άλλο άντρα, μα που της σημάδεψε ανεξίτηλα τη ζωή, την αδελφή του, που μας αφηγείται τα γεγονότα, και την ξαδέλφη τους τη Μαρί, με την οποία είχε τρελά ερωτευτεί. Η τελευταία είναι εκείνη που μοιάζει να τον έχει γνωρίσει περισσότερο από κάθε άλλη, αφού η παρουσία του φαίνεται να τη στοιχειώνει ακόμη, κάνοντάς την να νιώθει πράγματα, που η κοινή λογική δεν μπορεί να εξηγήσει.
Το μεταφυσικό στοιχείο είναι εκείνο που κυριαρχεί στο Love Songs. Εδώ έχουμε την ιστορία μιας νέας γυναίκας, που έζησε μαζί με κάποια άλλη για καιρό στη σκιά ενός κοινού εραστή, μέσα στο ίδιο σπίτι, τρέφοντας το εγώ τους με μια κοινή αντιπάθεια. Μέχρι που τις εγκατέλειψε. Τότε, θέλοντας και μη, ακολούθησε η καθεμιά το δικό της δρόμο. Η μια έφυγε στο εξωτερικό κι η άλλη παρέμεινε εκεί, να γλύφει τις πληγές και να πίνει καθημερινά μέχρι τελικής πτώσης, αφού όπως υποστηρίζει, αν δεν πιει δεν μπορεί να κοιμηθεί. Το παρελθόν ωστόσο εξακολουθεί να τη στοιχειώνει, καθώς πού και πού ακούει στον ύπνο της το τραγούδι των νεκρών. Ή μάλλον της νεκρής. Ένα τραγούδι που ηχεί εκκωφαντικά μέσα της και δεν την αφήνει να γαληνέψει. Ακολουθώντας, λοιπόν, τη συμβουλή ενός φίλου της επισκέπτεται ένα μάγο ή τσαρλατάνο, ο οποίος τη βοηθά μέσω μιας εξωσωματικής εμπειρίας να συνομιλήσει με το φάντασμα, που δεν είναι άλλο από την αντίζηλό της.
Το Asleep τέλος είναι η ιστορία ενός παράνομου έρωτα. Ή, ίσως όχι και τόσο παράνομου αφού η γυναίκα του εραστή βρίσκεται σε κώμα. Η ηρωίδα του, από τον καιρό που έμεινε χωρίς δουλειά, αντιμετωπίζει ένα σοβαρό πρόβλημα: κοιμάται όλο και πιο πολύ. Και το κακό είναι ότι δεν μπορεί να κάνει κάτι για να το αλλάξει αυτό. Τα μάτια κλείνουν μόνα τους, με κάθε ευκαιρία, και δεν ανοίγουν με τίποτα, εκτός όταν της τηλεφωνεί ο εραστής της. Αλλά κι αυτό μόνο στην αρχή, αφού στη συνέχεια η κατάσταση θα φτάσει στο απροχώρητο και θα πάψει να απαντά ακόμη και τα δικά του τηλεφωνήματα, αφού της είναι αδύνατο να ξυπνήσει. Μέρα με τη μέρα μοιάζει να πλησιάζει επικίνδυνα τα όρια της απελπισίας, καθώς νιώθει τη ζωή γοργά να την προσπερνά και να χάνεται. Από το αδιέξοδο που αντιμετωπίζει έρχεται να τη βγάλει ένας από μηχανής θεός, σε μια συνάντηση που μοιάζει βγαλμένη από κάποιο παραμύθι. Ζωή, θάνατος, λύπη, χαρά, επιθυμία και λύτρωση, αυτές είναι οι λέξεις-κλειδιά σ’ αυτή την ιστορία.
Τρεις ακόμη όμορφες ψηφίδες στο υπέροχο λογοτεχνικό μωσαϊκό της καλής συγγραφέως.