Showing posts with label γιόκο ογκάουα. Show all posts
Showing posts with label γιόκο ογκάουα. Show all posts
Tuesday, May 24, 2011
Yoko Ogawa – The Housekeeper and the Professor
Το The Housekeeper and the Professor είναι η ιστορία ενός καθηγητή, της οικονόμου του και του Ρίζα, του γιου της. Αυτό δεν ήταν το πραγματικό όνομα του μικρού αλλά ο καθηγητής τον αποκαλούσε έτσι, επειδή το κεφάλι του θύμιζε το σύμβολο της τετραγωνικής ρίζας.
Ο καθηγητής ήταν ένας πολύ άτυχος άνθρωπος. Στα νιάτα του υπήρξε διάνοια στα μαθηματικά, κι αν η τύχη του το επέτρεπε θα μπορούσε να γίνει πολύ επιτυχημένος, αλλά και ευτυχισμένος. Ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα ωστόσο, το 1975, ήταν αρκετό για να φέρει τα πάνω κάτω στη ζωή του. Αν και δεν επηρέασε τις πνευματικές του ικανότητες, επέδρασε καθοριστικά στη μνήμη του. Θα λέγαμε ότι ουσιαστικά από εκείνη τη μέρα έπαψε να ζει, αφού δεν θυμόταν τίποτα πια. Οι αναμνήσεις που διατηρεί είναι είτε από το μακρινό παρελθόν ή από τα τελευταία ογδόντα λεπτά που έζησε. Βγάζει την κάθε μέρα περιφέροντας παντού και συνεχώς σημειώσεις, τις οποίες καρφιτσώνει στο κουστούμι του. Αυτές είναι που του λένε τι να κάνει κάθε μέρα, του θυμίζουν ποιοι είναι οι λίγοι άνθρωποι που συναντά, καθορίζουν τις επαναλήψεις του.
Τα πράγματα ωστόσο αλλάζουν λίγο προς το καλύτερο όταν καταφθάνει στο σπίτι του, η νέα οικονόμος, η δέκατη που προσλαμβάνει η κουνιάδα του, που μένει μόνη σ’ ένα σπίτι ακριβώς απέναντι από το δικό του. Η γυναίκα συναντά στο πρόσωπο του καθηγητή έναν δυστυχή αλλά όχι και δυστυχισμένο άνθρωπο, συνηθίζει σιγά σιγά τις διάφορες ιδιοτροπίες του και αρχίζει να τον συμπαθεί όλο και πιο πολύ – ειδικά μετά τη συνάντησή του με τον γιο της. Ο μικρός, για κάποιον λόγο δένεται πολύ με τον παράξενο εκείνο άντρα και κάθεται και ξοδεύει πολλές ώρες μαζί του. Μαθαίνει πράγματα από αυτόν, αλλά προσπαθεί κιόλας να τον καταλάβει. Ίσως να τον θεωρεί, κατά κάποιο τρόπο, ένα υποκατάστατο του πατέρα που δεν γνώρισε ποτέ.
Παρακολουθούμε πώς εξελίσσονται οι κοινές ζωές των τριών αυτών φαινομενικά αταίριαστων ανθρώπων, μέσα από ένα κείμενο στρωτό με λίγες κορυφώσεις, που μοιάζει να διυλίζει τις ψυχές με μαθηματική ακρίβεια. Η συγγραφέας φτιάχνοντας το ψυχογράφημα του καθηγητή μάς χαρίζει ένα χαρακτήρα ξεχωριστό: κάποιον που είχε τους αριθμούς σαν το μοναδικό του μέσο επαφής με τον έξω κόσμο, που υποστήριζε ότι δεν είναι ντροπή να παραδέχεσαι ότι δεν ξέρεις κάτι, στον οποίο άρεσαν οι σωστοί λάθος υπολογισμοί, που ήταν ερωτευμένος με τους πρωτεύοντες αριθμούς και του οποίου το κορμί καταβρόχθισε ο δαίμονας των μαθηματικών. Η γυναίκα κουβαλά κι αυτή το δικό της σταυρό, τα βάρη από το παρελθόν, ενώ κι ο μικρός μοιάζει να βαδίζει χωρίς ελπίδα στη ζωή και κανένα όνειρο, μέχρι που γνωρίζει τον καθηγητή και μαθαίνει ότι μοιράζονται ένα πάθος: την αγάπη για το Μπέιζμπολ. Οι αριθμοί και το παιχνίδι είναι που θα τους φέρουν πιο κοντά, που θα αναγκάσουν βήμα το βήμα τον απομονωμένο άντρα να βγει από το καβούκι του και να μπορέσει να ζήσει λίγο πιο ανθρώπινα, σ’ επαφή με την απτή, αλλά πολύ μικρής διάρκειας για κείνον, πραγματικότητα.
Μια ιστορία ανθρώπινη, κι ένα κείμενο τρυφερό, πού και πού νοσταλγικό. Κι ένας ύμνος για τους αριθμούς και τα πολλά μυστήριά τους. Αξιόλογο βιβλίο.
Sunday, October 24, 2010
Yoko Ogawa – Ξενοδοχείο Ίρις
«Όσο πιο άσχημη είναι η σάρκα που υπηρετώ τόσο το καλύτερο. Μ’ αυτόν τον τρόπο μπορώ να νιώθω εντελώς αξιοθρήνητη. Όταν βιαιοπραγούν επάνω μου, όταν καταλήγω να γίνω ένα κομμάτι ωμό κρέας, τότε επιτέλους από τα βάθη μου αναβλύζει η ηδονή καθαρή».Τα πιο πάνω τα λέει η πρωταγωνίστρια σ’ αυτή την ιστορία, η έφηβη Μάρι. Και είναι μια πρωταγωνίστρια ασυνήθιστη, μια και δε μοιάζει σε τίποτα με τις άλλες γυναίκες που «γνώρισα» στα υπόλοιπα βιβλία της Ογκάουα. Στο μόνο που τις θυμίζει είναι το ότι είναι κι αυτή λυπημένη, ή ίσως και παρατημένη. Εδώ συναντάμε μια νέα γυναίκα, απογοητευμένη από τη ζωή της, που κυλά ακύμαντη, σε μια τρομακτική επανάληψη. Μια νέα που θέλει να νιώσει γυναίκα και ν’ ανακαλύψει τον κόσμο εκεί έξω. Μια νέα που είναι αιχμάλωτη στον κόσμο της μάνας της – τον κόσμο του ξενοδοχείου Ίρις.
Η συγγραφέας μας περιγράφει τη σταδιακή μεταμόρφωση ενός αθώου κοριτσιού σ’ ένα ατίθασο και άγριο νέο πλάσμα, ένα πλάσμα που επιθυμεί την ελευθερία από τα κοινωνικά δεσμά, αλλά και τη σκλαβιά ενός άντρα αφέντη, που θα την κάνει το ερωτικό του παιχνιδάκι – που θα την αναγκάσει, με τον τρόπο του, να μάθει να αναζητά την ευχαρίστηση στο σαδομαζοχιστικό σεξ, την ικανοποίηση στον πόνο.
Η Μάρι θα βρει στο πρόσωπο του ηλικιωμένου εραστή της και βασανιστή, τη λύτρωση από τη ρουτίνα, και μέσα από τη σχέση της μ’ αυτόν θα πάρει και την εκδίκησή της από τη μητέρα της, αυτήν που πέρα από τη φροντίδα των μαλλιών της δεν μοιάζει να την νοιάζεται καθόλου. Μέσα από τον σωματικό πόνο θα γνωρίσει την ηδονή, μέσα από τη μικρή της επανάσταση θα αποκτήσει τη δική της φωνή: «Η χαριτωμένη σου Μάρι ξεθώριασε κι έγινε το πιο άσχημο πλάσμα της γης, ψιθύρισα στα βάθη της ψυχής μου».
Στο Ξενοδοχείο Ίρις η Ογκάουα μοιάζει να θέλει να μας μιλήσει για τα σκοτάδια της ψυχής, φαίνεται να θέλει να μας πει ότι ο καθένας μας είναι, είτε το καταλαβαίνει είτε όχι, έτοιμος για όλα. Για όλα τα χειρότερα. Κάποιοι τα τολμούν και βρίσκουν έστω και στην οδύνη τη χαρά, κάποιοι άλλοι συνεχίζουν επ’ αόριστον ν’ ανακυκλώνουν τα αδιέξοδά τους. Η Μάρι είναι ένας ακραίος χαρακτήρας, αλλά ούτε και για μία στιγμή δε γίνεται αντιπαθητική στον αναγνώστη. Ο γηραλέος εραστής της αντίθετα, ο μεταφραστής, είναι κάποιος για τον οποίο πολύ δύσκολα θα μπορούσε κανείς να νιώσει συμπάθεια. Είναι ωστόσο και οι δύο καλά σκιαγραφημένοι χαρακτήρες, που μοιάζουν αμετάκλητα μεταξύ τους ενωμένοι από τη ζωή. Ο ένας συμπληρώνει τον άλλο, ο ένας σκοτώνει τον άλλο. Ο πόνος είναι το σημείο επαφής τους, και είναι τόσο αμείλικτα στέρεο, που η Μάρι φτάνει μέχρι και το σημείο να κάνει κάποια πράγματα, επιζητώντας απλά και μόνο την τιμωρία. Όσο πιο σκληρή, τόσο το καλύτερο.
Το βιβλίο αυτό διαβάζεται σαν την ωμή περιγραφή μιας πραγματικότητας που κρύβεται στις σκιές, που είναι πολύ τρομακτική για να δει το φως της μέρας.
Η πλοκή και η αφήγηση εδώ θυμίζει Μουρακάμι, όχι τον Χαρούκι, αλλά τον Ρίου, αφού και αυτός ο τελευταίος, καταπιάνεται στα γραπτά του με τις σεξουαλικές ορμές και τα σκοτάδια που κρύβονται βαθιά στις ψυχές των ανθρώπων.
Η μετάφραση από τα ιαπωνικά του Παναγιώτη Ευαγγελίδη, απλά εξαιρετική.
Sunday, September 26, 2010
Yoko Ogawa – Άρωμα Πάγου
Και να που σιγά σιγά άρχισα να απολαμβάνω τις νουβέλες της Ογκάουα όσο αυτές της Γιοσιμότο. Αυτά τα γραπτά έχουν κάτι που απλά μαγεύει τον αναγνώστη και δε μιλώ κατ’ ανάγκη για το μεταφυσικό στοιχείο. Μάλλον είναι η απλότητα της γλώσσας και το απέριττο των περιγραφών τους, τα στοιχεία που ξεχωρίζω περισσότερο στα βιβλία τους. Και οι δύο καλές γιαπωνέζες συγγραφείς μοιάζουν να λένε απλά τις ιστορίες τους, δίχως καν να προσπαθούν, σαν κάποιους παλιούς καλούς παραμυθάδες, που γνωρίζουν από πάντα τα μυστικά μιας καλής αφήγησης.Το «Άρωμα Πάγου» διαβάζεται σαν ένα ταξίδι: στο χώρο (Ιαπωνία και Πράγα), στο χρόνο (του βασικού, αλλά νεκρού πρωταγωνιστή) και στις ψυχές (αυτών που ο νεκρός άφησε πίσω του).
Η Ρυόκο κάποια μέρα απαντά μια κλήση στο τηλέφωνο για να μάθει ότι ο αγαπημένος της έχει βάλει τέρμα στη ζωή του. Έχοντάς τα ολότελα χαμένα, αφού τίποτα δεν προμήνυε το μεγάλο κακό, τα επόμενα λεπτά τα ξοδεύει σιδερώνοντας το πουκάμισο του νεκρού πια Χιρογιούκι. Στη συνέχεια τη συναντάμε στο νεκροτομείο, στο προσκεφάλι του αγαπημένου της απόντα, να προσπαθεί ακόμη να συνηθίσει στη ιδέα του χαμού του. Και ύστερα αρχίζουν οι ανατροπές, καθώς η έκπληκτη γυναίκα μαθαίνει ότι ο άντρας της ζωής της της έκρυβε ένα σωρό μυστικά. Καταρχήν ότι είχε μητέρα και αδελφό, αν και όταν τον γνώρισε της είπε ότι ολόκληρη η οικογένειά του ήταν νεκρή. Και μετά, ότι ήταν μια μαθηματική ιδιοφυία, που μάλιστα κέρδισε βραβεία σε μεγάλους διαγωνισμούς. Ύστερα θα ανακαλύψει και ένα άλλο ταλέντο του: το πατινάζ στον πάγο, στο οποίο ήταν εξαιρετικός.
Μετά απ’ όλ’ αυτά η καημένη η γυναίκα δεν ξέρει ποια τι να πιστέψει. Όλη η ζωή του Χιρογιούκι ήταν ψέμα, κι αυτή φαινομενικά δεν αποτελούσε παρά ένα μόνο μέρος του. Ωστόσο, δεν περνά από το μυαλό της ούτε και για μια στιγμή κάποια άσχημη σκέψη για το άτομό του. Αντίθετα, τώρα που έχει πια οριστικά φύγει, μοιάζει να τον αγαπάει πιο πολύ. Έτσι αποφασίζει ν’ ανακαλύψει όσα περισσότερα πράγματα μπορεί για την πραγματική του ζωή – αυτή που έζησε πριν αρχίσει την καριέρα του σαν αρωματοποιός. Στην προσπάθειά της αυτή θα έχει την πλήρη συμπαράσταση του Ακίρα, αδελφού του θανόντος, που ζει με την ουσιαστικά ανήμπορη μητέρα του σε μια μικρή πόλη. Από εκεί ακριβώς θα αρχίσει το ταξίδι της στο μακρινό χθες του άντρα της. Ένα ταξίδι που -με συνοδό το άρωμα που έφτιαξε αποκλειστικά για κείνην, την Πηγή της Μνήμης- θα την οδηγήσει μέχρι και την Πράγα, όπου θα της συμβούν κάποια πράγματα θαυμαστά, που θα τη βοηθήσουν να κατανοήσει πλήρως το χαρακτήρα εκείνου του ανθρώπου, που για τόσο καιρό έζησε μαζί της, χωρίς να της πει ποτέ ποιος στ’ αλήθεια ήταν. «Ίσως μέσα σ’ έναν απ’ αυτούς τους τόμους, σε ένα σάπιο βιβλίο σε κάποια ημισκοτεινή γωνία αυτών των ραφιών, να είναι γραμμένος ο λόγος του θανάτου του Χιρογιούκι. Κι εκείνη η μοναδική σελίδα, χωρίς να διαβάζεται από κανέναν, συνεχίζει να κοιμάται σαν απολίθωμα», σκέφτεται καθώς τριγυρνά σε μια έρημη βιβλιοθήκη της μυθικής πόλης. Τις απαντήσεις ωστόσο που ζητά δε θα της βρει στις σελίδες ενός βιβλίου, αλλά στο πιο απίθανο μέρος – ένα μέρος μυστικό, το οποίο μόνο λίγοι και εκλεκτοί, μπορούν να επισκεφθούν.
Ένα κείμενο καλογραμμένο και ουσιαστικό, που λόγω και της εξαιρετικής και ρέουσας μετάφρασης του Παναγιώτη Ευαγγελίδη, διαβάζεται γρήγορα και απρόσκοπτα. Οι ιάπωνες μας υπενθυμίζουν για μία ακόμη φορά ότι το να μιλά κανείς για το θάνατο και την απώλεια δεν οδηγεί κατ’ ανάγκη στη θλίψη, αλλά στην τρυφερή συνειδητοποίηση και την αυτογνωσία.
Subscribe to:
Posts (Atom)
