Friday, August 10, 2012

Yasunari Kawabata – Thousand Cranes


Το Thousand Cranes του Γιασουνάρι Καβαμπάτα (ή Καουμπάτα) είναι ένα από εκείνα τα βιβλία που μόνο οι γιαπωνέζοι συγγραφείς συνηθίζουν να παράγουν: σύντομα, ανθρώπινα και με ουσία.

Πρωταγωνιστής σ’ αυτή την ιστορία είναι ο Κικουτζί, ένας νεαρός άντρας που καταφθάνει στην Καμακούρα για να παραστεί σε μια Τελετή του Τσαγιού, μετά από πρόσκληση της Σικακό, μιας γκέισας και πρώην ερωμένης του πατέρα του.

Ο Κικουτζί είχε πάει για πρώτη φορά εκεί όταν ήταν οκτώ ή εννιά χρόνων, δεν θυμάται ακριβώς, και αναρωτιέται για το πόσο θα έχουν αλλάξει τα πράγματα στο πέρασμα του χρόνου. Όπως σύντομα θ’ αντιληφθεί, εκτός από τους ανθρώπους που γέρασαν, όλα παρέμειναν σχετικά τα ίδια.

Η Σικακό έχει γίνει ένα άτομο δίχως φύλο, σκέφτεται όταν την βλέπει, αλλά το μέσα της δεν έχει αλλάξει. Είναι η ίδια γυναίκα που ήταν και τότε: Κάποια που της αρέσει να χώνει τη μύτη της σε υποθέσεις που δεν την αφορούν και που προσπαθεί πάντα να περνάει το δικό της.

Ποιο είναι το δικό της αυτή τη φορά; Μα ο γάμος του Κικουτζί με την κόρη των Ιναμούρα, τη Γιουκικό. Ο πρώτος, φυσικά, όταν κινούσε για εκείνο το μέρος δεν είχε ιδέα ότι τον προσκάλεσε για να του κάνει προξενιό. Ωστόσο το κορίτσι του αρέσει. Είναι όμορφο πολύ και έχει κι εκείνο το μαντήλι με τους χίλιους πελαργούς, το οποίο τον έχει μαγέψει.

Αν η μοίρα δεν είχε τα δικά της σχέδια για πάρτη του ίσως και να γνώριζε καλύτερα και να ερωτευόταν αυτό το κορίτσι. Τα πράγματα όμως παίρνουν μια διαφορετική τροπή όταν ανακαλύπτει ότι στην τελετή παρίστανται και η κυρία Οτά, επίσης πρώην ερωμένη του μακαρίτη του πατέρα του, καθώς και η κόρη της, η Φουμικό.

Ο Κικουτζί, για κάποιον λόγο θα νιώσει αμέσως μια έλξη και ίσως κάποιου είδους ψυχική συγγένεια με την κυρία Οτά. Έτσι, αντί να επιδιώξει τη συντροφιά των δύο κοριτσιών, θα πάρει εκείνη στο κατόπι, και σύντομα θα καταλήξουν στο κρεβάτι. Του ενέπνευσε κάποιου είδους μητρική αγάπη η μορφή της, ή ίσως η εικόνα της και μόνο να ήταν αρκετή για να τον κάνει να νιώσει και πάλι κοντά στον πατέρα του.

Η Φουμικό, από τη δική της πλευρά, όταν μάθει τα καθέκαστα, θα τον επισκεφθεί και θα τον παρακαλέσει να συγχωρέσει τη μητέρα της. «Η μητέρα θα έπρεπε να πεθάνει πρώτη», του λέει, και όχι ο πατέρας του. Αλλά κι η ίδια η κυρία Οτά, θέλει να πεθάνει, ειδικά μετά την ερωτική τους συνεύρεση: «Θέλω να πεθάνω. Θα ήμουν ευτυχισμένη αν πέθαινα τώρα».

Η επιθυμία της σύντομα θα γίνει πραγματικότητα, ή μάλλον η ίδια θα την κάνει τέτοια. Το γεγονός αυτό θα φέρει τους δυο νέους πιο κοντά, αλλά, για κάποιο λόγο, εκείνο που μοιάζει να τους ενώνει πιο πολύ είναι η ιδέα του θανάτου και όχι η ζωή: «Ο θάνατος παρεμποδίζει μοναχά την κατανόηση», διαβάζουμε κάπου, ενώ λίγο πιο κάτω η Φουμικό λέει: «Ίσως η μητέρα να πέθανε επειδή δεν μπορούσε να αντέξει την ίδια την ασκήμια της».

Το τσάι και το τελετουργικό του παίζουν σημαντικό ρόλο σ’ αυτή την ιστορία. Διαβάζοντάς την μαθαίνουμε κάποια πράγματα γι’ αυτή την παράδοση, για τα κύπελλα του τσαγιού που περνούν από γενιά σε γενιά και για τη σημασία που έχουν γι’ αυτούς που τα κατέχουν, για την ακριβή κληρονομιά τους. Κάποια στιγμή, λίγο πριν το τέλος, βλέπουμε τους δυο τους να κάθονται συντροφιά και να μοιράζονται ένα τσάι όταν αντιλαμβάνονται ότι: «Τα δύο κύπελλα που βρίσκονταν μπροστά τους θύμιζαν τις ψυχές του πατέρα του και της μητέρας της».

Η Γιουκικό καθόλη τη διάρκεια της αφήγησης παραμένει στις σκιές, κάτι σαν ένα άπιαστο όνειρο, παρόλες τις προσπάθειες τις Σικακό για να την ντύσει νύφη. Κι η τελευταία είναι αυτή που τελικά κλέβει την παράσταση, καθώς πρόκειται μια γυναίκα πικρόχολη, εκκεντρική, της οποίας οι λέξεις στάζουν δηλητήριο.

Όσο για το τέλος, αυτό παραμένει ανοικτό, όπως σε τόσες άλλες γιαπωνέζικες ιστορίες. Ο συγγραφέας μοιάζει να μας λέει ότι την ανάγνωση ακολουθεί η πραγματική ζωή. Κι όμως και το βιβλίο για την πραγματική ζωή μας μιλά, αφού τα ευτυχισμένα τέλη δεν είναι ο κανόνας, αλλά η εξαίρεση.

No comments:

Post a Comment