Τρεις νουβέλες που καταπιάνονται με το θέμα του έρωτα αλλά και τις πολιτισμικές διαφορές ανάμεσα στις φυλές περιλαμβάνει αυτή η συλλογή. Στην καθεμιά από αυτές τις ιστορίες πρωταγωνιστεί μια νεαρή γιαπωνέζα που διατηρεί μια λιγότερο ή περισσότερο μη συμβατική σχέση με κάποιο αφροαμερικανό. Τα γεγονότα φυσικά διαδραματίζονται στην Ιαπωνία, σε κάποια ανώνυμη πόλη, η οποία όμως διαθέτει μια στρατιωτική βάση.
Η ομότιτλη ιστορία μας μιλά για την Κιμ και τον Κουτάλι. Όχι πως αυτό είναι το όνομά του, απλά τον «βάφτισαν» έτσι οι συνάδελφοί του στρατιωτικοί, επειδή συνηθίζει να κουβαλά πάντα στην τσέπη του ένα ασημένιο κουτάλι. Η Κιμ τον γνωρίζει κάποια βραδιά σε ένα μπαρ όπου έχει πάει με το φίλο της και από την πρώτη κιόλας στιγμή νιώθει μια ζωώδη σχεδόν έλξη προς εκείνον. Έτσι, προτού καν βγει η νύχτα θα κάνει έρωτα μαζί του και σύντομα θα νιώσει ότι ο Κουτάλι είναι το ναρκωτικό της. Η θέα του και μόνο ξυπνά μέσα της τη λαγνεία καθώς την κάνει να νιώθει «σαν βούτυρο πάνω σε ζεσταμένο ψωμί». Εκείνος ωστόσο της κρύβει κάποια μυστικά, τα οποία κάποτε θα βγουν στο φως προκαλώντας την καταστροφή. Ωστόσο δεν θα τον μισήσει γι’ αυτό. «Αν φταίει για κάτι είναι το γεγονός ότι μου έχει χαρίσει αναμνήσεις», σκέφτεται.
Στο The Piano Player’s Fingers διαβάζουμε την ιστορία της Ρουίκο και του Λίροϊ. Η Ρουίκο είναι μια κάθε άλλο παρά συνηθισμένη γυναίκα που της αρέσει να διατηρεί σχέσεις με μεγαλόσωμους και παθητικούς άντρες, τους οποίους της είναι εύκολο να χειριστεί. Τα πράγματα ωστόσο θα αλλάξουν όταν θα γνωρίσει τον Λίροϊ, αφού όσο και να το θέλει, αυτόν δεν μπορεί να τον μεταχειριστεί απλά σαν παιχνιδάκι για τις ορέξεις της. Αν και ο τελευταίος δεν είναι εύγλωττος, κάτι την δένει μαζί του από την πρώτη στιγμή. Ίσως να είναι τα μεγάλα του δάχτυλα που παίζουν με τόση δεξιοτεχνία το πιάνο. Ίσως και να είναι το ότι νιώθει πως «ο Λίροϊ τοποθετήθηκε σ’ αυτή τη γη αποκλειστικά για να την κάνει να νιώθει καλά». Όταν αυτός επιστρέφει στην πατρίδα του εκείνη δεν παύει να τον σκέφτεται, αλλά συνεχίζει να ζει τη ζωή της όπως τη θέλει. Με το γυρισμό του όμως, δύο χρόνια μετά, τα πράγματα αλλάζουν ριζικά, καθώς δεν είναι πια αυτός που ήταν και οι ρόλοι αντιστρέφονται.
Μια ιστορία τραγική είναι το Jesse. Η ιστορία μιας γιαπωνέζας γυναίκας, της Κοκό, ενός αμερικανού άντρα, του Ρικ και του εντεκάχρονου γιου του, Τζέσι. Η Κοκό και ο Τζέσι, όσο κι αν το θέλει η πρώτη, δεν τα πάνε καλά μεταξύ τους. Ο μικρός τη συγκρίνει συνεχώς με τη μητέρα του, μια μητέρα που ο ίδιος είχε επιλέξει να εγκαταλείψει μετά το διαζύγιό της με τον πατέρα του, και πάντα τη βρίσκει λειψή. Κι ας αυτή η μητέρα δεν τον αγαπάει καθόλου. Κι ας η Κοκό κάνει ό,τι μπορεί για να τον κάνει να νιώσει άνετα δίπλα της. Όταν, κάποια φορά, ο Ρικ αναγκάζεται να ταξιδέψει στο Σαν Φρανσίσκο, τους δίνεται η ευκαιρία να έρθουν πιο κοντά. Το μόνο που ο Τζέσι, έχοντας μεγαλώσει ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που μισούσαν ο ένας τον άλλο, δεν θα μπορέσει και τόσο εύκολα να νιώσει κάποιου είδους αγάπη για την Κοκό.
Τρεις καλογραμμένες ιστορίες για τον έρωτα και τη λαγνεία, για την πραγματική αγάπη που πολλές φορές ξεγλιστράει μέσα από τα δάχτυλά μας και μας ξεφεύγει, αλλά και για τον αγώνα που πολλές φορές χρειάζεται να δώσει κανείς για να κερδίσει την αποδοχή των άλλων.
Showing posts with label Amy Yamada. Show all posts
Showing posts with label Amy Yamada. Show all posts
Wednesday, October 26, 2011
Wednesday, December 29, 2010
Amy Yamada – Trash
Αυτό το βιβλίο διαδραματίζεται στη Νέα Υόρκη, αλλά η συγγραφέας του είναι εκατό τοις εκατό γιαπωνέζα. Γεννήθηκε, μεγάλωσε και ζει στην Ιαπωνία, έγραψε περισσότερα από είκοσι βιβλία στη γλώσσα της και πήρε τα βραβεία Ναόκι και Μπουντζέι για τα μυθιστορήματα Soul Music Lovers Only και Bedtime Stories αντίστοιχα.Το Trash είναι η ιστορία μιας γιαπωνέζας γυναίκας, της Κοκό, που ζει στο Μανχάταν με τον εραστή της, τον αφροαμερικανό Ρικ, και το γιο του Τζέσι. Η Κοκό είχε φτάσει χρόνια πριν στις ΗΠΑ για να ξεφύγει από το αίσθημα καταπίεσης που ένιωθε στην πατρίδα της, κι από τότε κατάφερε όχι μόνο να τα βγάλει πέρα, αλλά να εξασφαλίσει κιόλας μια καλή δουλειά, ν’ αποκτήσει έμπιστους φίλους, να βρει τη δική της γη της επαγγελίας. Μέχρι να γνωρίσει τον Ρικ, η ερωτική της ζωή ήταν ασταθής. Άλλαζε συνεχώς εραστές, ψαχνόταν, δεν μπορούσε να ησυχάσει. Αυτός ήρθε για να την αλλάξει, για να τη μεταμορφώσει. Τον ερωτεύτηκε χωρίς καλά καλά να το καταλάβει, τον αγάπησε με πάθος, κι ας βαθιά μέσα της αναρωτιόταν το γιατί. Ο Ρικ ήταν ένας κινητός μπελάς. Χρόνια αλκοολικός, αδιάφορος, κακός πατέρας, εγωιστής εραστής. Κι όμως, δεν μπορούσε να φανταστεί τη ζωή της χωρίς αυτόν. Ήταν σαν να την είχε δέσει πάνω του με κάποιες αόρατες χειροπέδες: «Αλλά ίσως όλοι βαδίζουν στη ζωή δεμένοι με χειροπέδες, σκέφτηκε. Υπάρχουν χειροπέδες που μπορείς να δεις και χειροπέδες αόρατες». Όσο μεγάλος μπελάς κι αν ήταν ο Ρικ όταν χωνόταν στην αγκαλιά του τα ξεχνούσε όλα και ένιωθε μια απέραντη ευτυχία. Αυτός όμως και ο αλκοολισμός του δεν ήταν το μοναδικό της πρόβλημα. Ήταν και ο Τζέσι που της έβαζε δύσκολα. Γεννημένος και μεγαλωμένος μέσα σε ένα σπιτικό όπου οι καυγάδες και η κραιπάλη αποτελούσαν καθημερινά φαινόμενα, δεν μπορούσε εύκολα να προσαρμοστεί στα δεδομένα που συνεχώς άλλαζαν. Όταν χώρισαν οι γονείς του πήγε να ζήσει με τη μάνα του, μα δεν άντεξε, κι έτσι αποφάσισε να μείνει με τον πατέρα του. Ένα πατέρα ακατάλληλο, τον οποίο έπρεπε να φροντίζει ο ίδιος, αλλά που πολύ αγαπούσε. Μέχρι που ήρθε η Κοκό και έφερε περισσότερη σύγχυση στη ζωή του. Ναι, τώρα ήταν αυτή που σήκωνε τα περισσότερα από τα βάρη του σπιτιού, αλλά εκείνος πάντοτε ονειρευόταν ότι κάποια μέρα οι δικοί του θα έσμιγαν ξανά, κάτι που μάλλον ήταν αδύνατο να γίνει πια. Μ’ αυτή λοιπόν τη γυναίκα, με την εξωτική ομορφιά και την απερίγραπτη υπομονή, δεν ήξερε τι στάση να υιοθετήσει. Έτσι αποφάσισε, μάλλον από παιδικό πείσμα, να της κάνει τη ζωή δύσκολη, για να τη διώξει. Κι ας τον τρομοκρατούσε η ιδέα ότι θα τον άφηνε και πάλι μόνο με τον πατέρα του.
Το «Σκουπίδια» είναι μια ιστορία αδιεξόδων. Το αδιέξοδο ενός έρωτα που μοιάζει δίχως πραγματική ανταπόδοση («Είναι αυτοί που λένε τα λόγια της αγάπης που πληγώνονται»), μιας μοναχικότητας που ήταν αδύνατον να υπάρξει («Ήθελα να μείνω μόνη. Να χαθώ ανάμεσα στο πλήθος. Καταλαβαίνεις;»), κάποιων δυστυχισμένων ανθρώπων που απλά δεν μπορούσαν να αγαπήσουν («Οι άνθρωποι που δεν αγαπούν τους εαυτούς τους, δεν μπορούν να παρηγορήσουν τους άλλους») και ενός παιδιού που έμαθε από πολύ νωρίς ότι «όσο πιο απεγνωσμένα προσπαθείς ν’ αποκτήσεις την ευτυχία, τόσο πιο εύκολα ξεγλιστράει μέσα από τα χέρια σου».
«Οι άνθρωποι γίνονται καλοί όταν είναι με κάποιον που τους αρέσει», λέει κάποιος στην Κοκό. Κι αυτή, έχοντας στη σκέψη της τον Ρικ απαντάει: «Υπάρχουν άνθρωποι που δεν μπορούν να το κάνουν αυτό».
Ήταν λοιπόν ο Ρικ η καταδίκη της; Την άλλαξε, προς το καλύτερο και το χειρότερο. «Πριν η γοητεία της προερχόταν από την αυτοπεποίθηση και τον αυτοέλεγχο που ανέδιδε. Τώρα γοήτευε τους άλλους το πόσο εύθραυστη έδειχνε. Γεννούσε μέσα τους την επιθυμία να την προστατεύσουν», σκεφτόταν ο πρώην φίλος της, ο Γκρέγκορι.
Όσο περνούσε ο καιρός τόσο πλήθαιναν και τα προβλήματα. Η Κοκό έπρεπε να κάνει κάτι, για να σωθεί, αφού για εκείνον ήταν πια σίγουρη ότι δεν υπήρχε καμία σωτηρία. Στις δύσκολες στιγμές που την περίμεναν θα στεκόταν δίπλα της ένας φίλος καλός, αλλά και ο Τζέσι, που παρά το ότι γνώριζε πως η σχέση της με τον πατέρα του ήταν καταδικασμένη, έφτασε σιγά σιγά να την αγαπήσει, να τη νιώσει σαν δικό του άνθρωπο, περισσότερο κι απ’ τη μητέρα του.
Αυτή είναι μια καλογραμμένη ιστορία που καταπιάνεται με τις ακραίες του έρωτα καταστάσεις, αλλά και με τον τρόπο ζωής και τις προκαταλήψεις των ανθρώπων στη μεγαλούπολη. Η Γιαμάτα, με το βλέμμα του ξένου, ρίχνει μια διεισδυτική ματιά στη σύγχρονη αμερικανική κοινωνία, την εξυψώνει, την ισοπεδώνει. Μέσω της ηρωίδας της παραβαίνει όλους τους πολιτικώς ορθώς κανόνες και φτιάχνει ένα μυθιστόρημα αιχμηρό και βαθιά συγκινητικό.
Subscribe to:
Posts (Atom)
