Showing posts with label διηγήματα. Show all posts
Showing posts with label διηγήματα. Show all posts

Wednesday, January 18, 2012

Yasutaka Tsutsui – The Girl Who Leapt Through Time


Το The Girl Who Leapt Through Time περιλαμβάνει δύο ιστορίες φαντασίας. Η μία είναι επιστημονικής φαντασίας, η άλλη όχι.
     Ας τις πάρουμε όμως με τη σειρά. Στην ομότιτλη ιστορία διαβάζουμε για την παράξενη ζωή της Καζούκο. Η Καζούκο είναι μια μαθήτρια γυμνασίου, ηλικίας δεκαπέντε χρόνων, στην οποία συμβαίνουν πολύ παράξενα πράγματα. Τη μια ονειρεύεται ένα σεισμό και την επομένη αυτός συμβαίνει. Την άλλη βλέπει μια φωτιά και προτού περάσει και πολύς καιρός αυτή ξεσπάει. Και μετά βρίσκει τον εαυτό της επανειλημμένα πρόσωπο με πρόσωπο με το θάνατο, αλλά με κάποιο μυστηριώδη τρόπο καταφέρνει και επιζεί. Τι της συμβαίνει; Και ό,τι συμβαίνει γιατί συμβαίνει σ’ αυτή; Πού και πού νιώθει να χάνει τα λογικά της, πιο πολύ όσο πληθαίνουν τα περίεργα περιστατικά, αλλά όπως θα αποδειχτεί, δεν είναι τρελή. Απλά έχει ιδιαίτερες ικανότητες: μπορεί να δει πράγματα που όλος ο υπόλοιπος κόσμος αγνοεί, ενώ έχει και το χάρισμα της τηλεμεταφοράς. Προσπαθώντας να ανακαλύψει ποιος κρύβεται πίσω απ’ όλ’ αυτά που της συμβαίνουν η Καζούκο θα ξοδέψει πολλή χρόνο περιπλανώμενη σ’ ένα χώρο όπου οι διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στο όνειρο και στην πραγματικότητα είναι δυσδιάκριτες, και στον οποίο όλες οι σταθερές του κόσμου της, θέλοντας και μη, είναι καταδικασμένες να καταρρεύσουν. Πώς θα βγει απ’ αυτή τη διαδικασία; Έχει τις δυνάμεις και τη θέληση να πιστέψει και να λειτουργήσει σ’ ένα κόσμο που δεν χωρούσε στη μέχρι τώρα λογική της;
     Αν και επιστημονικής φαντασίας αυτή η ιστορία θα μπορούσε να διαβαστεί από κάθε φίλο της καλής λογοτεχνίας, αφού δεν καταπιάνεται τόσο με τη μελλοντολογία ή τη μεταφυσική, όσο με τον αγώνα και την αγωνία ενός συνηθισμένου ανθρώπου, που προσπαθεί να προσαρμοστεί σε μια νέα πραγματικότητα.
     Το The Stuff that Nightmares Are Made of θα λέγαμε ότι είναι μια ιστορία σε στιγμιότυπα – σε πέντε στιγμιότυπα για να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι. Στο πρώτο δύο έφηβοι, η Μασάκο και ο Μπουνίτσι, νιώθουν τρόμο στη θέα και μόνο μιας παράξενης μάσκας. Μετά έχουμε την ιστορία του Γιοσίο, αδελφού της Μασάκο που φοβάται λέει μια γυναίκα που κρύβεται στο μπάνιο. Στη συνέχεια οι δύο πρώτοι ανεβαίνουν στην κορυφή ενός πύργου με σκοπό να κατανικήσουν ένα αίσθημα υψοφοβίας. Ύστερα το κομμένο κεφάλι ενός άντρα κάνει την εμφάνισή του στο πάτωμα ενός σπιτιού και τελικά στο πρόσωπο της Ετσούκο, παλιάς γνώριμης της Μασάκο, βρίσκουμε τη λύση σε όλες τις φοβίες που τυραννούν την τελευταία. Ο Τσουτσούι, όντως σ’ αυτή την ιστορία μας μιλάει για τα πράγματα από τα οποία φτιάχνονται οι εφιάλτες: παλιές αμαρτίες, ανείπωτα κρίματα, κρυφές ενοχές. Το παρελθόν στοιχειώνει τους ήρωές του και μέσα από την αφήγηση μοιάζει να θέλει να μας πει ότι αν δεν αντιμετωπίσουμε τους δαίμονές μας, αν δεν παλέψουμε μ’ αυτούς, δεν θα μας εγκαταλείψουν ποτέ.
     Δυο ιστορίες παράξενες, αλλά που πατούν με το ένα πόδι γερά στην πραγματικότητα – την έξω και τη μέσα μας.

Wednesday, October 26, 2011

Amy Yamada - Bedtime Eyes

Τρεις νουβέλες που καταπιάνονται με το θέμα του έρωτα αλλά και τις πολιτισμικές διαφορές ανάμεσα στις φυλές περιλαμβάνει αυτή η συλλογή. Στην καθεμιά από αυτές τις ιστορίες πρωταγωνιστεί μια νεαρή γιαπωνέζα που διατηρεί μια λιγότερο ή περισσότερο μη συμβατική σχέση με κάποιο αφροαμερικανό. Τα γεγονότα φυσικά διαδραματίζονται στην Ιαπωνία, σε κάποια ανώνυμη πόλη, η οποία όμως διαθέτει μια στρατιωτική βάση.
     Η ομότιτλη ιστορία μας μιλά για την Κιμ και τον Κουτάλι. Όχι πως αυτό είναι το όνομά του, απλά τον «βάφτισαν» έτσι οι συνάδελφοί του στρατιωτικοί, επειδή συνηθίζει να κουβαλά πάντα στην τσέπη του ένα ασημένιο κουτάλι. Η Κιμ τον γνωρίζει κάποια βραδιά σε ένα μπαρ όπου έχει πάει με το φίλο της και από την πρώτη κιόλας στιγμή νιώθει μια ζωώδη σχεδόν έλξη προς εκείνον. Έτσι, προτού καν βγει η νύχτα θα κάνει έρωτα μαζί του και σύντομα θα νιώσει ότι ο Κουτάλι είναι το ναρκωτικό της. Η θέα του και μόνο ξυπνά μέσα της τη λαγνεία καθώς την κάνει να νιώθει «σαν βούτυρο πάνω σε ζεσταμένο ψωμί». Εκείνος ωστόσο της κρύβει κάποια μυστικά, τα οποία κάποτε θα βγουν στο φως προκαλώντας την καταστροφή. Ωστόσο δεν θα τον μισήσει γι’ αυτό. «Αν φταίει για κάτι είναι το γεγονός ότι μου έχει χαρίσει αναμνήσεις», σκέφτεται.
     Στο The Piano Player’s Fingers διαβάζουμε την ιστορία της Ρουίκο και του Λίροϊ. Η Ρουίκο είναι μια κάθε άλλο παρά συνηθισμένη γυναίκα που της αρέσει να διατηρεί σχέσεις με μεγαλόσωμους και παθητικούς άντρες, τους οποίους της είναι εύκολο να χειριστεί. Τα πράγματα ωστόσο θα αλλάξουν όταν θα γνωρίσει τον Λίροϊ, αφού όσο και να το θέλει, αυτόν δεν μπορεί να τον μεταχειριστεί απλά σαν παιχνιδάκι για τις ορέξεις της. Αν και ο τελευταίος δεν είναι εύγλωττος, κάτι την δένει μαζί του από την πρώτη στιγμή. Ίσως να είναι τα μεγάλα του δάχτυλα που παίζουν με τόση δεξιοτεχνία το πιάνο. Ίσως και να είναι το ότι νιώθει πως «ο Λίροϊ τοποθετήθηκε σ’ αυτή τη γη αποκλειστικά για να την κάνει να νιώθει καλά». Όταν αυτός επιστρέφει στην πατρίδα του εκείνη δεν παύει να τον σκέφτεται, αλλά συνεχίζει να ζει τη ζωή της όπως τη θέλει. Με το γυρισμό του όμως, δύο χρόνια μετά, τα πράγματα αλλάζουν ριζικά, καθώς δεν είναι πια αυτός που ήταν και οι ρόλοι αντιστρέφονται.
     Μια ιστορία τραγική είναι το Jesse. Η ιστορία μιας γιαπωνέζας γυναίκας, της Κοκό, ενός αμερικανού άντρα, του Ρικ και του εντεκάχρονου γιου του, Τζέσι. Η Κοκό και ο Τζέσι, όσο κι αν το θέλει η πρώτη, δεν τα πάνε καλά μεταξύ τους. Ο μικρός τη συγκρίνει συνεχώς με τη μητέρα του, μια μητέρα που ο ίδιος είχε επιλέξει να εγκαταλείψει μετά το διαζύγιό της με τον πατέρα του, και πάντα τη βρίσκει λειψή. Κι ας αυτή η μητέρα δεν τον αγαπάει καθόλου. Κι ας η Κοκό κάνει ό,τι μπορεί για να τον κάνει να νιώσει άνετα δίπλα της. Όταν, κάποια φορά, ο Ρικ αναγκάζεται να ταξιδέψει στο Σαν Φρανσίσκο, τους δίνεται η ευκαιρία να έρθουν πιο κοντά. Το μόνο που ο Τζέσι, έχοντας μεγαλώσει ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που μισούσαν ο ένας τον άλλο, δεν θα μπορέσει και τόσο εύκολα να νιώσει κάποιου είδους αγάπη για την Κοκό.
     Τρεις καλογραμμένες ιστορίες για τον έρωτα και τη λαγνεία, για την πραγματική αγάπη που πολλές φορές ξεγλιστράει μέσα από τα δάχτυλά μας και μας ξεφεύγει, αλλά και για τον αγώνα που πολλές φορές χρειάζεται να δώσει κανείς για να κερδίσει την αποδοχή των άλλων.

Wednesday, April 27, 2011

Edogawa Rampo – Japanese Tales of Mystery & Imagination

Ο Ράμπο, που πέθανε το 1965, ήταν φανατικός φίλος της λογοτεχνίας του Έντγκαρ Άλαν Πόε, γι’ αυτό και όταν άρχισε να γράφει τις δικές του ιστορίες μυστηρίου και φαντασίας, αποφάσισε να χρησιμοποιήσει σα λογοτεχνικό ψευδώνυμο το όνομα του τελευταίου, όπως ακριβώς προφέρεται στα γιαπωνέζικα. Το πραγματικό του όνομα ήταν Χιράι Ταρό και θεωρείται ο προπάτορας της λογοτεχνίας μυστηρίου στη χώρα του.
     Η παρούσα συλλογή, που περιλαμβάνει εννιά διηγήματα, κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1956 και δυστυχώς οι υπεύθυνοι του εκδοτικού οίκου δε φρόντισαν να την εμπλουτίσουν μ’ ένα νέο πρόλογο ή κάποιο μικρό έστω δοκίμιο. Όχι πώς η δουλειά του μεταφραστή,  James B. Harris, κρίνεται ανεπαρκής αλλά, όπως και να το κάνουμε, οι αναγνώστες του 2011 απαιτούν κάτι καλύτερο από μια απλή ανατύπωση.
     Με διαφορετικά θέματα καταπιάνονται αυτές οι ιστορίες και έτσι δεν είναι και τόσο εύκολο να ξεχωρίσει κανείς κάποια, αφού στο τέλος είναι όλα θέμα γούστου. Εκείνες ωστόσο που μας έμειναν πιο βαθιά αποτυπωμένες στο μυαλό είναι οι: The Human Chair με την οποία ανοίγει η συλλογή και The Traveler με την οποία κλείνει. Στην πρώτη παρακολουθούμε τις περιπέτειες ενός επιπλοποιού που ειδικεύεται στο να φτιάχνει πολυθρόνες πολυτελείας. Είναι τόσο ερωτευμένος με τη δουλειά του, που κάποια στιγμή αποφασίζει να… ενσωματώσει τον εαυτό του μέσα σε μια από αυτές. Αρχικά τη και τον μεταφέρουν σ’ ένα ξενοδοχείο, όπου επιδίδεται σε κλοπές, αλλά και σε αδιακρισίες εις βάρος των ανύποπτων γυναικών και μετά στο σπίτι μιας συγγραφέως την οποία ερωτεύεται με πάθος, ένα πάθος που επιφυλάσσει μεγάλες εκπλήξεις. Στη δεύτερη έχουμε μια τυχαία συνάντηση σ’ ένα τρένο. Ένας ταξιδιώτης γνωρίζει ένα ηλικιωμένο άντρα που του αφηγείται μια απίστευτη ιστορία. Του λέει πώς ο αδελφός του εξαφανίστηκε από προσώπου γης για να ζήσει με μια γυναίκα μέσα σ’ ένα πίνακα.
     Ένας άντρας φυτοζωεί σε μια αγροικία, μετά τον τραυματισμό του στο μέτωπο της Μαντζουρίας, που του στοίχισε και τα τέσσερα άκρα του. Η γυναίκα του ζει ένα καθημερινό μαρτύριο μ’ αυτό το απομεινάρι άντρα, που πολλές φορές δε διστάζει να βασανίσει ανελέητα, και το οποίο στα μάτια της μοιάζει με μια κιτρινισμένη κάμπια. Αυτή είναι η ιστορία του The Caterpillar.
     Το The Psychological Test καταπιάνεται με τα έργα και τις ημέρες ενός φοιτητή που σχεδιάζει το τέλειο έγκλημα. Σκοτώνει μια πλούσια χήρα και σίγουρος καθώς είναι για τις πνευματικές του ικανότητες, παραδίδει στην αστυνομία τα λεφτά που της έκλεψε, αφού σε περίπτωση που δεν τα ζητήσει κανείς θα γίνουν νόμιμα δικά του. Ωστόσο τα πράγματα θα πάρουν μια διαφορετική τροπή απ’ αυτή που περιμένει.
     Ένας άντρας και μία γυναίκα κάθονται και συζητούν στην κορυφή ενός λόφου για το τέλειο έγκλημα που έχουν διαπράξει και νιώθουν πραγματικά περήφανοι για τον εαυτό τους. Κάποιος απ’ αυτούς όμως έχει μια κρυφή ατζέντα. Αυτά στο διήγημα The Cliff.
     Μια ιστορία που θυμίζει στ’ αλήθεια Πόε ή ίσως και Κάφκα είναι το The Hell of Mirrors. Σ’ αυτήν παρακολουθούμε ένα νεαρό κληρονόμο να οδηγείται σιγά σιγά προς την απόλυτη παράνοια, καθώς αποκτά μια εμμονή με τα κάτοπτρα. Μια εμμονή που θα τον φέρει μέχρι τα άκρα και στα όρια της ολοκληρωτικής καταστροφής αφού, «στην προσπάθειά του ν’ ανοίξει τις πύλες της απαγορευμένης γνώσης… προκάλεσε την οργή των θεών…»
     Ένας άντρας λίγο προτού εκτελεστεί εξομολογείται τα εγκλήματά του σ’ ένα ιερωμένο, στο διήγημα The Twins. Σ’ αυτόν αποκαλύπτει κι ένα τρομερό μυστικό που έχει σχέση με το δίδυμο αδελφό του.
     Μπόρχες θυμίζει το The Red Chamber. Εφτά άντρες συναντιούνται σ’ ένα κόκκινο δωμάτιο κι ανταλλάζουν ιστορίες τρόμου. Ο νεώτερος απ’ αυτούς τους λέει ότι σκότωσε σχεδόν εκατόν άτομα και περιγράφει μερικές απ’ αυτές τις δολοφονίες, οι περισσότερες εκ των οποίων δεν ήταν παρά έντεχνα σκηνοθετημένα δυστυχήματα. Το καλύτερο ωστόσο το κρατάει για το τέλος.
     Two Crippled Men, δύο σακάτηδες δηλαδή, γνωρίζονται σε μια επαρχιακή πόλη, όπου παραθερίζουν, και ο ένας απ’ αυτούς αφηγείται την τραγική του ιστορία: πάντοτε έκανε εγκλήματα στον ύπνο του, συνήθως κλοπές, αλλά κάποτε έφτασε στο σημείο να σκοτώσει εν τη άγνοιά του. Ή όχι;
     Το Japanese Tales of Mystery & Imagination είναι μια αξιόλογη συλλογή διηγημάτων του φανταστικού, που θα ικανοποιήσει τους φίλους του είδους – ειδικά αυτούς που εντρυφούν στους κλασικούς συγγραφείς. Ίσως για τη σημερινή εποχή, της υπερβολής, να φαίνονται λίγο παρωχημένες αυτές οι ιστορίες, αλλά είμαστε σίγουροι ότι μια σύγχρονη μετάφραση θα μπορούσε να ωφελήσει πολύ τα κείμενα και ν’ αναδείξει εκ νέου τις όποιες αρετές τους.

Wednesday, April 6, 2011

Χαρούκι Μουρακάμι – Ο ελέφαντας εξαφανίζεται

Αυτή είναι μια συλλογή με διηγήματα. Μια συλλογή που δε μου άρεσε και τόσο πολύ, αν και φανατικός του είδους. Σ’ αυτές τις ιστορίες ο Μουρακάμι κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα: αναμιγνύει την πραγματικότητα με τη φαντασία και επιμένει στη μαγεία των συμπτώσεων, αλλά τα πιο πάνω στοιχεία που λειτουργούν πολύ καλά στη μεγάλη φόρμα, δε δουλεύουν και τόσο στη σύντομη. Εδώ όλα μοιάζουν να συμβαίνουν υπερβολικά εύκολα. Κι αυτή η ευκολία είναι που στερεί κάτι από την ανάγνωση. Οι φίλοι του συγγραφέα μάλλον δε θα απογοητευτούν διαβάζοντας τη συλλογή, αλλά στους υπόλοιπους δε θα συστήναμε να αρχίσουν την κατάδυση στους μαγικούς του κόσμους με αυτή.
     Ας ρίξουμε τώρα μια ματιά στις ιστορίες:

Το κουρδιστό πουλί και οι γυναίκες της Τρίτης: Κάποιος που εργάζεται σα βοηθός, ή σαν άνθρωπος για όλες τις δουλειές, σ’ ένα δικηγορικό γραφείο τα παρατάει και η γυναίκα του τού λέει να μη βρει κάτι άλλο να κάνει. Μια μέρα απ’ τις πολλές που μένει στο σπίτι λοιπόν του τηλεφωνεί μια μυστηριώδης η γυναίκα, η οποία αρχίζει να επιδίδεται σε τηλεφωνικό σεξ. Λίγο μετά ξεκινά για να βρει τον εξαφανισμένο του γάτο και γνωρίζει ένα παράξενο κορίτσι, στο οποίο ομολογεί: «Το μόνο που κάνω στη ζωή είναι να πηγαίνω απ’ τη μια παράκαμψη στην άλλη».

Η δεύτερη επίθεση σε φούρνο: Ένα ζευγάρι ξυπνά ταυτόχρονα πεινασμένο στις δύο το πρωί. Δεν έχουν καθόλου φαγητό στο σπίτι κι έτσι το ρίχνουν στις μπίρες, που απλά κάνει την πείνα τους χειρότερη. Κάποια στιγμή ο άντρας ομολογεί ότι κάποτε επιχείρησε να ληστέψει κάποιο φούρνο, κάτι που κάνει τη γυναίκα να υποψιαστεί ότι τους έχουν καταραστεί. Για να ακυρωθεί λοιπόν η κατάρα βγαίνουν στους δρόμους του Τόκιο αναζητώντας ένα νέο φούρνο για να ληστέψουν.

Το ανακοινωθέν των καγκουρό: Ένας νεαρός εργάζεται στο Τμήμα Ελέγχου Προϊόντων Πολυκαταστήματος. Η δουλειά του είναι να απαντά σε επιστολές παραπόνων των πελατών. Σε μια απ’ αυτές λέει λίγο πολύ την ιστορία της ζωής του, ενώ μέσα στην αφήγηση αναφέρεται ξανά και ξανά στα καγκουρό. Επίσης το φιλοσοφεί: «Ο αέρας δονείται άρα υπάρχω», «Επιζητώ το μεγαλείο της Ατέλειας».

Όταν είδα το 100% τέλειο κορίτσι ένα όμορφο πρωινό του Απρίλη: Εδώ συναντάμε δυο ιστορίες. Πρώτα κάποιου που είδε στο δρόμο το τέλειο κορίτσι μα δεν του μίλησε και μετά κάποιων άλλων που συνάντησαν το ιδανικό άλλο μισό τους, μα θέλησαν να βάλουν σε δοκιμασία την αγάπη τους με τραγικά αποτελέσματα.

Ύπνος: Μια γυναίκα μένει άγρυπνη για 17 συνεχόμενες μέρες, λόγω του ότι είδε ένα τρομερό εφιάλτη. Μη έχοντας τι άλλο να κάνει, κι αφού ο άντρας της κοιμάται τόσο βαθιά και τόσο εύκολα, «λες και συνδέεται ο γλόμπος με τον εγκέφαλό του μέσω καλωδίου», το ρίχνει στο διάβασμα και στο ποτό. Καταβροχθίζει την Άννα Καρένινα του Τολστόι και μετά το ρίχνει στον Ντοστογιέφσκι. Κι η αϋπνία συνεχίζεται.

Η πτώση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, η ινδιάνικη εξέγερση του 1881, η εισβολή του Χίτλερ στην Πολωνία και το βασίλειο των λυσσαλέων ανέμων: Στις 2.07 μ.μ. κάποιας Κυριακής, καθώς ένας άντρας κάθεται και καθαρογράφει το ημερολόγιό του, αρχίζει να φυσάει ένα λυσσαλέος άνεμος. Στις 2.36 ακριβώς χτυπάει το τηλέφωνό του, αλλά όταν το απαντά το μόνο που ακούει είναι ο άνεμος. Θυμάται κάποτε που πήγε σινεμά και είδε την Εκλογή της Σόφι. Στις 3.48 του τηλεφωνεί η φίλη του. Στις 4.05 σταματάει ο άνεμος. Κάθε κομμάτι του τίτλου συνδυάζεται με κάτι από την αφήγηση. Μια από τις πιο σύντομες, αλλά ίσως και καλύτερες ιστορίες της συλλογής.

Lederhosen: Μια γυναίκα πηγαίνει για επίσκεψη στη Γερμανία. Ο άντρας της την παρακαλεί επιστρέφοντας να του φέρει το παραδοσιακό σορτς με τιράντες του τίτλου. Εκείνη, καθώς το αγοράζει, αποφασίζει ότι θέλει να τον χωρίσει. Με το που επιστρέφει στην Ιαπωνία λοιπόν εγκαταλείπει αυτόν και την κόρη τους.

Φλεγόμενος αχυρώνας: Ένας τριαντάρης γνωρίζει μια εικοσάχρονη που δουλεύει σα μοντέλο και σπουδάζει παντομίμα. Η τελευταία, αφού τη βρήκε μια μικρή κληρονομιά, ταξιδεύει για την Αλγερία από όπου επιστρέφει συντροφιά με ένα γοητευτικό άντρα που συνηθίζει να καίει αχυρώνες.

Το μικρό πράσινο τέρας: Ένα τέρας ξεφυτρώνει από το χώμα στον κήπο, ανοίγει την πόρτα και μπαίνει στο σπίτι, ερχόμενο πρόσωπο με πρόσωπο με μια τρομαγμένη γυναίκα της οποίας τις σκέψεις μπορεί και διαβάζει. Στο τέλος όμως εκείνη βρίσκει το κουράγιο και το σκοτώνει μ’ αυτές.

Οικογενειακή υπόθεση: Η ιστορία δυο αδελφιών. Ο μπεκρής άντρας δε συμπαθεί τον αρραβωνιαστικό της αδελφής του, αλλά στο τέλος φτάνουν σε μια σιωπηλή συμφωνία ή μάλλον κατανόηση. Ατάκες: «Οι γυναίκες είναι σαν τους σολομούς: Στο τέλος κολυμπούν για να επιστρέψουν στο ίδιο μέρος», «Μπορεί να είμαι ένας άχρηστος, αλλά τουλάχιστον δεν μπλέκομαι στα πόδια των άλλων ανθρώπων».

‘Ένα παράθυρο: Ένας φοιτητής για να τα φέρει βόλτα πιάνει δουλειά στην Κοινωνία της Πένας. Το καθήκον του είναι να ασκεί κριτική στις επιστολές που του στέλνουν διάφοροι άγνωστοι. Γνωρίζει κάποιαν απ’ αυτές τις επιστολογράφους και μέσα του γεννιούνται διάφορα ερωτήματα.

Άνθρωποι της Τηλεόρασης: Κείμενο που ακροβατεί ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία. Οι άνθρωποι της τηλεόρασης πηγαίνουν απρόσκλητοι και εγκαθιστούν μια συσκευή στο σπίτι του. Το ίδιο κάνουν και στο γραφείο που δουλεύει. Το μόνο που δεν το αντιλαμβάνεται κανείς εκτός από τον ίδιο. Οι άνθρωποι της τηλεόρασης είναι παντού. Στοιχειώνουν ακόμη και τα όνειρά του.

Αργοκίνητο καράβι για την Κίνα: Ένας άντρας θυμάται τους «κινέζους της ζωής του»: Ένα καθηγητή που γνώρισε όταν ήταν μαθητής στο σχολείο, κάποιον με τον οποίο εργάστηκε στην αποθήκη ενός εκδοτικού οίκου και ένα παλιό συμμαθητή του, που συναντάει τυχαία ξανά, κι ο οποίος πουλά εγκυκλοπαίδειες. «…Ο θάνατος για κάποιο λόγο μού θυμίζει τους κινέζους», σκέφτεται.

Ο νάνος που χόρευε: Ένας άντρας, που δουλεύει σ’ ένα εργοστάσιο που κατασκευάζουν ελέφαντες, βλέπει στον ύπνο του ένα νάνο που χορεύει. Από τους άλλους μαθαίνει ότι όντως κάποτε υπήρξε και όταν τον συναντά ξανά στα όνειρά του, κλείνει μαζί του μια συμφωνία που κρύβει πολλές παγίδες. Θυμίζει λίγο Κάφκα αυτή η ιστορία.

Το τελευταίο γρασίδι του απογεύματος: Η ιστορία και πάλι ενός φοιτητή που δουλεύει τα καλοκαίρια για να τα βγάλει πέρα. Η ειδικότητά του το κούρεμα του γρασιδιού. Γίνεται πολύ δημοφιλής ανάμεσα στους πελάτες. Στο τελευταίο σπίτι που επισκέπτεται γνωρίζει μια μεσήλικη μπεκρού, η οποία τον μπάζει μέσα και του δείχνει το δωμάτιο ενός κοριτσιού, χωρίς να του εξηγήσει ποτέ τι συνέβηκε σ’ αυτό.

Η σιωπή: Ένας νεαρός χτυπάει κάποιον συμμαθητή του και αυτός, για εκδίκηση, τον κατηγορεί παντού και για τα πάντα. Στην αρχή θέλει να τον σκοτώσει, αλλά σιγά σιγά το μέσα του αλλάζει και φτάνει να νιώσει μέχρι και οίκτο γι’ αυτόν.

Ο ελέφαντας εξαφανίζεται: Ένας ελέφαντας εξαφανίζεται με το φύλακά του από ένα ασφαλές κτήριο, κι ενώ όλοι στην πόλη αναρωτιούνται πώς συνέβηκε αυτό, ο αφηγητής είναι σίγουρος ότι ξέρει την απάντηση.

Wednesday, February 16, 2011

Yūko Tsushima – The Shooting Gallery

Ιστορίες γυναικών, κατά κύριο λόγο, μας χαρίζει αυτή η συγγραφέας. Γυναικών που είναι απελπιστικά μόνες, στα όρια της απόγνωσης ή πέρα από αυτή, γυναικών που μάλλον έχουν χάσει το παιχνίδι της ζωής.
Η συλλογή ανοίγει με το A Sensitive Season. Εδώ έχουμε την ιστορία ενός παιδιού που ζει με τη θεία και τον παππού του, αφού η μάνα του έχει φύγει και τον παρατήσει. Τον νέο και τον γέρο δένει ένας κοινός φόβος: ότι θα τους εγκαταλείψει με τη σειρά της και η άλλη γυναίκα.
Το South Wind καταπιάνεται με τα έργα και τις ημέρες της Ακίκο, μιας νεαρής γυναίκας που εγκατέλειψε το σύζυγο και την κόρη της για να πάει να ζήσει με τον εραστή της. Ζει μια μονότονη, μοναχική ζωή. Μοναδική της παρηγοριά οι κάρτες που παίρνει από ένα γέρο ζωγράφο, που είχε γνωρίσει στη διάρκεια μιας εκδρομής.
Μια γυναίκα βαδίζει στα καταστροφικά αχνάρια της μάνας της. Ανύπαντρη, με δυο παιδιά, ζει καθημερινά τα δικά της αδιέξοδα. Και όταν αποφασίζει κάποια στιγμή ότι τα παιδιά πρέπει να συναντήσουν τον πατέρα τους, η υπόθεση καταλήγει σε φιάσκο, καθώς όλα ή σχεδόν όλα πάνε στραβά. Ήταν σα να προσπαθούσε να ζήσει μια ψευδαίσθηση κανονικότητας. Αυτά στο διήγημα The Silent Traders.
Βασισμένο σε μια παραδοσιακή ιστορία φαντασμάτων, που έχει εμπνεύσει μυθιστορήματα, ταινίες, παραστάσεις θεάτρου Καμπούκι κοκ, είναι το διήγημα The Chrysanthemum Beetle που ακολουθεί. Πρόκειται ουσιαστικά για την ιστορία ενός ερωτικού τριγώνου, που αναπόφευκτα θα οδηγηθεί στη σύγκρουση. Η μια γυναίκα θα πληγωθεί πολύ, η άλλη όχι. Τη λύση στην κατάσταση που δημιουργείται θα δώσει ένα «μαγικό σκαθάρι».
Το Missing θα λέγαμε ότι είναι, με τον τρόπο του, μια παραδοσιακή γιαπωνέζικη ιστορία, αφού οι εξαφανίσεις εφήβων αποτελεί καθημερινό φαινόμενο στην κοινωνία της χώρας αυτής. Μια γυναίκα πηγαίνει στο μνημόσυνο της αδελφής της και όταν επιστρέφει σπίτι ανακαλύπτει ότι η κόρη της το έχει σκάσει. Έχει πια μείνει ολομόναχη στον κόσμο.
Το ομώνυμο της συλλογής διήγημα καταπιάνεται και πάλι με την ιστορία μιας γυναίκας που μεγαλώνει μόνη της δυο παιδιά. Κάποια μέρα αποφασίζει ότι θέλει να πάνε στη θάλασσα, αν και ο καιρός δεν είναι και ο καλύτερος. Εγκαταλείπουν λοιπόν την πόλη με το τρένο με κατεύθυνση ένα τουριστικό παραθαλάσσιο θέρετρο. Εκεί θα τα βρουν όλα ή σχεδόν όλα κλειστά, τη θάλασσα γκρίζα και αγριεμένη κι εκείνη θα νιώσει τον κόσμο να χάνεται κάτω από τα πόδια της. Θα προσπαθήσει να κρατηθεί από τις αναμνήσεις για να επιβιώσει, αλλά μάταια, αφού κι αυτές είναι επί το πλείστον πικρές. Κάποια στιγμή εισακούοντας τις παρακλήσεις των παιδιών θα τους επιτρέψει να παίξουν σκοποβολή με φελλούς σ’ ένα πάρκο ψυχαγωγίας. Κάποια στιγμή θα πάρει κι εκείνη το όπλο στα χέρια της και τότε ακριβώς θα αντιληφθεί πόσο απελπισμένη είναι.
Με μια ακόμη πονεμένη από κάθε άποψη γυναίκα ασχολείται και το Clearing the Thickets. Μια γυναίκα, που μάλλον αντιμετωπίζει ψυχολογικά προβλήματα, επιστρέφει στο πατρικό της για να γεννήσει. Εκεί, καθώς καθαρίζουν τους πυκνούς θάμνους, ακούει τη μάνα και την αδελφή της να την κοροϊδεύουν, αλλά αυτό μάλλον δεν την ενοχλεί. Εκείνο που την ενοχλεί είναι ένας πόνος στο στομάχι που όλο και μεγαλώνει. Το τέλος προβλεπόμενο και τραγικό.
Με μια αγκαλιά κι ένα φιλί κλείνει ο κύκλος δυο ζωών. Στο An Embrace, την τελευταία ιστορία της συλλογής, μια γυναίκα δέχεται ένα τηλεφώνημα από τον άντρα μιας παλιάς της φίλης που έχει πεθάνει. Αυτή, συμβιβασμένη από παλιά με την ιδέα του θανάτου, δεν τρομάζει καθόλου από αυτόν, αλλά ο άντρας μοιάζει να θέλει να κλείσει τους λογαριασμούς του με το παρελθόν μιλώντας μαζί της. Συναντιούνται λοιπόν, θυμούνται τα παλιά, συζητούν εκτενώς για το θάνατο και οι δρόμοι τους χωρίζουν. Έτσι απλά.
Αυτή η συλλογή διηγημάτων στάζει πόνο και πίκρα. Η συγγραφέας μοιάζει να θέλει να μας πει ότι πιότερες είναι οι λύπες παρά οι χαρές στη ζωή. Η γραφή της, στρωτή όσο πάει, δε μας προκαλεί καμιά ιδιαίτερη εντύπωση, αλλά οι ιστορίες της, οι γυναίκες της, στοιχειώνουν το μυαλό μας για πολύ καιρό μετά από την ανάγνωση.

Wednesday, December 15, 2010

Γιασουνάρι Καβαμπάτα – Το σπίτι των κοιμισμένων κοριτσιών

Το βιβλίο αυτό περιλαμβάνει μια νουβέλα και δύο διηγήματα του πρώτου ιάπωνα νομπελίστα συγγραφέα.
«Το σπίτι των κοιμισμένων κοριτσιών» είναι η ιστορία του Εγκούτσι, ενός ηλικιωμένου άντρα που επισκέπτεται τακτικά ένα ιδιόρρυθμο οίκο ανοχής, όπου κοιμάται με διάφορα νέα κορίτσια. Τι είναι που τον κάνει ιδιόρρυθμο; Καταρχήν, όσοι πηγαίνουν εκεί όντως κοιμούνται μοναχά με τα κορίτσια, ή μάλλον δίπλα τους. Το άγγιγμα επιτρέπεται, αλλά η ερωτική επαφή είναι απαγορευμένη. Στη διάρκεια της επίσκεψης τα ίδια τα κορίτσια είναι ναρκωμένα, ώστε να μην αναγνωρίζουν τον πελάτη τους, αποφεύγοντας έτσι δύσκολες καταστάσεις. Ο Εγκούτσι, καθώς πηγαίνει ξανά και ξανά εκεί, αρχίζει να θυμάται τα παλιά, όλα αυτά που έζησε, τις γυναίκες που ερωτεύτηκε στη νιότη του, τις απογοητεύσεις που ένιωσε. Τα κοιμισμένα κορίτσια ξυπνούν μέσα του κάποια συναισθήματα τρυφερότητας, αλλά φέρνουν στο φως και το μέσα του σκοτάδι, αφού κάθε τόσο του καρφώνεται στο μυαλό η ιδέα να σκοτώσει κάποιο από αυτά – το πιο όμορφο μάλιστα. Αυτή είναι μια ιστορία για τα γηρατειά: «Τον βάραινε η ασχήμια των γηρατειών. Σκεφτόταν ότι και για τον ίδιο δεν ήταν μακριά οι θλιβερές συνθήκες που έφερναν εδώ τους άλλους πελάτες», αλλά και ένα παρελθόν που πληγώνει τους ανθρώπους: «Στα εξήντα εφτά του ο Εγκούτσι είχε περάσει άσχημες νύχτες με γυναίκες. Πραγματικά ήταν άσχημες νύχτες, που του ήταν δύσκολο να τις ξεχάσει. Η ασχήμια τους δεν είχε σχέση με την εμφάνιση των γυναικών, αλλά με τις τραγωδίες τους, τις παραμορφωμένες ζωές τους». Τι ήταν αυτό που τον οδηγούσε τελικά στο «Σπίτι των κοιμισμένων κοριτσιών»; Ίσως, απλά, το γεγονός ότι «τον γοήτευε η ιδέα να κοιμηθεί έναν ύπνο που θύμιζε θάνατο, δίπλα σε μια κοπέλα που κοιμόταν τον ίδιο ύπνο».
Μια ιστορία σαν μπαλάντα, ύμνος στη γεροντική μελαγχολία.
«Το μπράτσο», που ακολουθεί, είναι μια ιστορία… κουφή. Ο πρωταγωνιστής είναι με μια γυναίκα. Λίγο προτού την αφήσει εκείνη βγάζει και του δίνει το μπράτσο της για να του κρατά συντροφιά. Εκείνος το πάει στο σπίτι του και πιάνει μαζί του την κουβέντα. Νιώθει ότι τον καταλαβαίνει απόλυτα, έτσι όπως κάθεται και του μιλά και τον ακούει. Πρώτη φορά νιώθει τόσο όμορφα στη ζωή του, τόσο καλά, που αποφασίζει να το κάνει δικό του, ώστε να μην καταντήσει σαν τη γυναίκα που συνάντησε λίγο πριν στο δρόμο και που γέννησε μέσα του σκέψεις παράξενες: «Οδηγεί χωρίς λόγο, οδηγεί μόνο για να οδηγεί. Και οδηγώντας θα χαθεί στην ομίχλη σαν να μην υπήρξε ποτέ».
Το «Περί ζώων και πουλιών» είναι η ιστορία ενός άντρα που είναι μάλλον μισάνθρωπος. Του αρέσει να ζει απομονωμένος στο σπίτι του παρέα με τα πουλιά και τα σκυλιά του. Ο θάνατος ωστόσο δύο φτερωτών του φίλων θα τον φέρουν πρόσωπο με πρόσωπο με της ζωής του την άχαρη πραγματικότητα. Θα αναλογιστεί το χθες και θα σκεφτεί το σήμερα και θ’ αντιληφθεί πόσο «φτωχός» είναι. Ευτυχώς δηλαδή που υπάρχει και η Τσικάκο, μια πρώην πόρνη και νυν χορεύτρια, το μοναδικό άτομο για το οποίο μπορεί να νιώσει κάποια τρυφερότητα. Αν δεν ήταν κι αυτή μάλλον θα είχε χάσει κάθε επαφή με τους ανθρώπους.
Οι ιστορίες που φιλοξενούνται σ’ αυτή τη συλλογή καταπιάνονται με το θέμα της σύγχρονης μοναχικής πραγματικότητας. Μας μιλούν για ανθρώπους πεσμένους, μόνους, παρατημένους, στα όρια της απόγνωσης. Για τους μελλοντικούς μας ίσως εαυτούς. Με γλώσσα λιτή, αλλά περιεκτική, ο Καβαμπάτα περιγράφει έναν κόσμο ξεκομμένο από την ανθρώπινη επαφή, φτωχό από αγάπη. Τον κόσμο στον οποίο ζούμε.

Sunday, September 12, 2010

Saiichi Maruya – Rain in the Wind

Ο Μαρούγια είναι το ιαπωνικό αντίστοιχο του Μπόρχες. Αυτό το διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο της παρούσας συλλογής ιστοριών, αλλά το αντιλαμβανόμαστε κι απ’ τα ίδια τα διηγήματα, καθώς του συγγραφέα του αρέσει να επιδίδεται σε διάφορους δημιουργικούς ακροβατισμούς, αναμιγνύοντας με αριστοτεχνικό τρόπο τα είδη. Έτσι εδώ συναντάμε ιστορίες που περιλαμβάνουν μέσα τους άλλες ιστορίες, αλλά και δοκίμια, ακόμη και χαϊκού. Ακριβώς όπως και ο μεγάλος αργεντινός δημιουργός, ο Μαρούγια αρέσκεται να κλείνει με τρόπο το μάτι στον αναγνώστη, σα να του λέει ότι στο τέλος της ημέρας όλα είναι ένα παιχνίδι – ίσως όχι και τόσο εύκολο, αλλά οπωσδήποτε απολαυστικό.
Η συλλογή ανοίγει με το The Gentle Downhill Slop, την ιστορία ενός φοιτητή που δέχεται επίθεση από κάποιους αλήτες, καθώς αναζητεί δωμάτιο για να νοικιάσει σε μια απομονωμένη περιοχή του Τόκιο. Στην αρχή τον καταλαμβάνει ο τρόμος, αλλά καθώς αντιλαμβάνεται ότι αν δεν αντιδράσει θα βρεθεί και δαρμένος και χωρίς λεφτά, νιώθει την οργή να τον καταλαμβάνει και τους ξυλοφορτώνει. Στη συνέχεια πηγαίνει, για να ξεχαστεί, για πρώτη φορά στη ζωή του σ’ ένα μπουρδέλο, έκπληκτος και για τα γεγονότα που προηγήθησαν, αλλά και για τη ψυχραιμία του.
Το I’ll Buy That Dream είναι η ιστορία μιας νέας γυναίκας που παγιδεύεται στα ψέματά της. Κάποια ανύποπτη στιγμή λέει στον ιερωμένο φίλο της ότι έκανε πλαστική εγχείρηση αλλάζοντας το πρόσωπό της, κι αυτός παθαίνει εμμονή με την ιδέα αυτή. Θέλει οπωσδήποτε να δει πώς ήταν πριν, κι αυτή για να μην αποκαλυφθεί η απάτη σπεύδει να εξαφανίσει τις φωτογραφίες της. Το μόνο που δε φαντάζεται μέχρι που είναι εκείνος ικανός να φτάσει για να ικανοποιήσει την περιέργειά του.
Η πλέον πολύπλοκη από τις τέσσερις της συλλογής είναι το Tree Shadows που ακολουθεί. Και είναι μια ιστορία βιβλιοφιλική, αφού αναφέρεται σε αρκετούς συγγραφείς, ενώ ο ήρωάς της είναι ένας ευφάνταστος άντρας, ο οποίος είναι σίγουρος ότι ο Ναμπόκοφ έγραψε ένα διήγημα, που μάλλον ο ίδιος ονειρεύτηκε. Καθώς προσπαθεί ν’ ανακαλύψει αυτό το κείμενο, νιώθει τον ψυχικό του κόσμο να αναταράζεται, αφού δεν μπορεί να εντοπίσει ίχνος του. Σιγά-σιγά πείθεται ότι ήταν όντως ένα όνειρο το εν λόγω κείμενο και ησυχάζει. Στη συνέχεια αρχίζει να αφηγείται την ιστορία ενός συγγραφέα, που ήθελε να γράψει ένα διήγημα όπου τον κύριο ρόλο θα κρατούσαν οι σκιές των δέντρων. Καθώς το κάνει αυτό πέφτει στα χέρια του μια φωτογραφία η οποία υποτίθεται τραβήχτηκε για να απαθανατίσει τα πρόσωπα κάποιων ανθρώπων, αλλά αντί αυτών εμφανίστηκε στη θέση τους μονάχα η σκιά μιας σεκόγιας. Στο τέλος επισκέπτεται μια άγνωστη γριά, που αναλαμβάνει να του εξηγήσει όλα τα ανεξήγητα. Εξαιρετική ιστορία, σαν σύλληψη, αλλά και σαν εκτέλεση.
Με το ομότιτλο του τόμου Rain in the Wind, μια νουβέλα που, αλά Μπόρχες, θυμίζει βιογραφία και δοκίμιο, κλείνει αυτή η συλλογή. Σ’ αυτή παρακολουθούμε τις προσπάθειες ενός νεαρού διανοουμένου που προσπαθεί να αποδείξει ότι ο πατέρας του σ’ ένα ταξίδι γνώρισε κάποιο διάσημο μεθύστακα βουδιστή μοναχό και ποιητή των χαϊκού, τον Τανέτα Σαντόκα (πραγματικό πρόσωπο). Το θέμα αυτό του έχει γίνει έμμονη ιδέα με αποτέλεσμα να τον βάλει σε πολλούς προσωπικούς μπελάδες και να τον οδηγήσει σε πολλές ανεξήγητες, ακόμη και για κείνον τον ίδιο ενέργειες. Ο συγγραφέας εδώ μελετά σε βάθος το θέμα της εμμονής, αλλά μας ταξιδεύει κιόλας στο χρόνο, μιλώντας για το χθες της χώρας του και αναλύοντας ταυτόχρονα κάποια χαϊκού του ποιητή. Μέσα από τις πράξεις και τις σκέψεις του ήρωά του, αλλά και με την περιγραφή του ταξιδιού και της κατάληξής του, μοιάζει τελικά να μας λέει ότι κάποια μυστικά είναι καλύτερα να μένουν κρυμμένα, αφού η έκθεσή τους στο φως ίσως να προβεί οδυνηρά αποκαλυπτική.
Ένα αξιανάγνωστο βιβλίο, από ένα πολύ καλό συγγραφέα. Σίγουρα θα ασχοληθώ μαζί του και στο μέλλον. Αν φυσικά ανακαλύψω κάπου κάποιο άλλο έργο του.

Friday, September 3, 2010

Yoko Tawada – Where Europe Begins

Όπως λέει κι ο Βιμ Βέντερς στον πρόλογο του βιβλίου, αυτό θα μπορούσε να γραφτεί μόνο από μια γιαπωνέζα.
Το Where Europe Begins είναι μια εξαιρετική συλλογή διηγημάτων, που ανήκει σ’ αυτό το είδος λογοτεχνίας που θα αποκαλούσαμε μετά-μεταμοντέρνο. Όνειρο και πραγματικότητα, φαντασία και ζωή, μύθος και ιστορία, δένουν αρμονικά και ανατρεπτικά σ’ αυτά τα κείμενα. Η συγγραφέας μοιάζει να παίζει μαζί μας και τους ήρωές της, να μας κλείνει πειρακτικά το μάτι και να μας λέει: Τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνεται.
Τη συλλογή ανοίγει το The Bath, μια ιστορία όπου οι πρωταγωνιστές αλλάζουν συνεχώς ρόλους, σαν πρόσωπα παραμορφωμένα απ’ της πραγματικότητας τον καθρέφτη, σαν... μαριονετίστες.
Το The Reflection που ακολουθεί, είναι ένα εξαιρετικά ποιητικό κείμενο που μιλά για τον πνιγμό ενός μοναχού σε μια λιμνούλα -δρόμο που θ’ ακολουθήσει κι ένα νεαρό κορίτσι.
Μια ακροβασία στις λέξεις, τις έννοιες, το όνειρο και την πραγματικότητα, επιχειρεί η συγγραφέας στο Spores, την ιστορία κάποιου που θέλει να... νοικιάσει τ’ αυτί της ηρωίδας, ενώ μέσω του Canned Foreign που συναντάμε μετά, με τη βοήθεια της Σάσιας και της Σόνιας, κάνουμε ένα ταξίδι στη γλώσσα και τον πλούτο της.
Μια γυναίκα γεμάτη φοβίες γνωρίζουμε στο The Talisman, την Γκίλντα, η οποία μαζεύει ένα σωρό φυλακτά, που έχουν σκοπό να την προστατεύσουν από τον εξωγήινο που κρύβεται μέσα της, ή μέσα στον υπολογιστή, ή ακόμη και μέσα στη σούπα της.
Το Raisin Eyes είναι η ιστορία ενός κοριτσιού του οποίου ο μπαμπάς έγινε γυναίκα όταν έφαγε ψωμί απ’ το φούρνο. Ένα κείμενο που μοιάζει χιουμοριστικό, αλλά δεν είναι.
Περισσότερο μ’ ένα δοκίμιο για τη γλώσσα, την ακοή και την αφήγηση, παρά με διήγημα μοιάζει το γραμμένο μ’ ανάλαφρο τρόπο Storytellers Without Souls.
Στο Tongue Dance η Τάβατα μοιάζει να κάνει τραμπάλα στους ιστούς του παραλόγου, καθώς μας αφηγείται την ιστορία μιας κοπέλας που ονειρεύεται ότι έχει μεταμορφωθεί σε μια τεράστια γλώσσα.
Το διήγημα που δίνει τον τίτλο στη συλλογή είναι ένα από τα καλύτερά της. Εδώ έχουμε την ιστορία μιας κοπέλας που ξεκινά από την Ιαπωνία για ένα μακρινό ταξίδι. Στην αρχή παίρνει ένα καράβι για την δυτική Σιβηρία, από όπου θα επιβιβαστεί στον υπερσιβηρικό σιδηρόδρομο, που θα την πάει Εκεί Που Αρχίζει η Ευρώπη. Η ηρωίδα γράφει το ταξιδιωτικό της κείμενο προτού καν ξεκινήσει, ώστε να ξέρει τι θα πει μετά. Η αφήγηση εδώ μοιάζει αποσπασματική, καθώς θραύσματα από το χθες και το σήμερα, από τους μύθους και την πραγματικότητα, γίνονται ένα. Μέσα από τα ταξίδι της ηρωίδας μαθαίνουμε κάποια πράγματα για την Κοιμισμένη Γη (Σιβηρία), για ανθρώπους και παραδόσεις.
Εξαιρετικό είναι και το A Guest, με το οποίο κλείνει η συλλογή. Είναι η ιστορία μιας γυναίκας που πηγαίνει στο γιατρό, αφού νιώθει έντονους πόνους στ’ αυτί, για ν’ ακούσει εμβρόντητη απ’ τον τελευταίο ότι είναι... έγκυος. Στη συνέχεια τη βλέπουμε ν’ αγοράζει ένα βιβλίο απ’ τη λαϊκή αγορά, το οποίο όμως όπως θ’ ανακαλύψει σύντομα είναι κασέτες. Κασέτες, όμως, όπου κάποια φωνή αφηγείται ένα μυθιστόρημα. Η φωνή εκείνη ακριβώς είναι που θα την οδηγήσει στα όρια της παράνοιας, καθώς θ’ αρχίσει να στοιχειώνει τον ύπνο και τον ξύπνιο της, και που θα την αναγκάσει να πάρει ακραία μέτρα: να προσπαθήσει δηλαδή να εξολοθρεύσει το... αλφάβητο. Ένα διήγημα, όπου τα όρια καταργούνται και τίποτα δεν μοιάζει να ’ναι αληθινό.
Το Where Europe Begins είναι μια από τις καλύτερες συλλογές διηγημάτων που διάβασα τα τελευταία χρόνια και ανεβάζει σε νέα ύψη την εκτίμηση που τρέφω προς τις γιαπωνέζες συγγραφείς.

Haruki Murakami – Blind Willow, Sleeping Woman

Τους τελευταίους μήνες δεν απολαμβάνω τίποτα περισσότερο από το να διαβάζω συλλογές διηγημάτων. Είτε στο ίντερνετ, είτε σε τυπωμένη μορφή. Ο ιάπωνας Χαρούκι Μουρακάμι, που έγινε κυρίως γνωστός στο δυτικό αναγνωστικό κοινό για τα μυθιστορήματά του, εδώ αποδεικνύει ότι είναι μάστορας και στη μικρή φόρμα. Το ανά χείρας βιβλίο αποτελείται από εικοσιτέσσερις ιστορίες, που κινούνται στα γνώριμα μονοπάτια του καλού γραφιά. Καθημερινοί άνθρωποι, εξωπραγματικές καταστάσεις, ρεαλισμός και φαντασία, και, φυσικά, πολλή -τζαζ κυρίως- μουσική. Όπως το συνηθίζουμε τώρα τελευταία θα πάρουμε ένα-ένα τα διηγήματα και θα σας δώσουμε μια μικρή περίληψη.

Blind Willow, Sleeping Woman: Αυτή είναι μια ιστορία που κρύβει μέσα της ένα διήγημα που κρύβει μέσα του ένα παραμύθι. Κάποιος επισκέπτεται το νοσοκομείο, όπου για λίγο κάνει παρέα μ’ ένα κουφό εξάδελφό του. Τα γεγονότα που διαδραματίζονται εκεί του θυμίζουν μια παρόμοια επίσκεψη, που τώρα στα μάτια του μοιάζει αποκύημα φαντασίας.

Birthday Girl: Μια νέα γυναίκα γιορτάζει τα γενέθλιά της και ο γέρο-ιδιοκτήτης ενός εστιατορίου της λέει ότι μπορεί να πραγματοποιήσει μια επιθυμία της, όποια κι αν είναι αυτή. Τι θα ευχηθεί;

New York Mining Disaster: Εδώ παρακολουθούμε κατά κύριο λόγο τη συζήτηση ενός άντρα του οποίου πέντε φίλοι έχουν πεθάνει ως τα 28 τους χρόνια, με κάποιον που του δανείζει το κουστούμι του για τις κηδείες, κι ο οποίος συνηθίζει να πηγαίνει στο ζωολογικό κήπο όταν έρχεται κυκλώνας. Σ’ ένα πρωτοχρονιάτικο πάρτι, που μοιάζει εντελώς άσχετο με την ιστορία, πιάνει την κουβέντα με μια άγνωστη γυναίκα, η οποία όμως τελικά με την παρουσία της δένει τον τίτλο με την ιστορία.

Airplane: Or, How He Talked to Himself as If Reciting Poetry: Η ιστορία ενός εικοσάχρονου άντρα που έχει σαν ερωμένη του μια γυναίκα επτά χρόνια μεγαλύτερη, που κάθε που συναντιούνται κλαίει τουλάχιστον μια φορά. Παρακολουθούμε τις συζητήσεις τους.

The Mirror: Ο νυχτοφύλακας κάποιου σχολείου βλέπει τον εαυτό σου σ’ ένα καθρέφτη και τρομάζει, αφού τον δείχνει γεμάτο κακία και μίσος. Το μόνο που εκείνος ο καθρέφτης δεν υπήρξε ποτέ. Εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα μεταφυσικό γεγονός.

A Folklore for My Generation: A Pre-History of Late-Stage Capitalism: Μια ιστορία ειπωμένη υποτίθεται από δεύτερο χέρι, από ένα συμμαθητή του συγγραφέα. Μιλάει για τον έρωτά του για μια όμορφη κοπέλα, η οποία όμως δεν του επιτρέπει να την αγγίξει ερωτικά. Του υπόσχεται όμως πώς όταν μεγαλώσει και παντρευτεί, θα τον κάνει εραστή της. Οι ανατροπές της ζωής ωστόσο καραδοκούν.

Hunting Knife: Ένα ζευγάρι περνάει τις διακοπές του σ’ ένα παραθαλάσσιο θέρετρο. Δίπλα τους μένουν μια γυναίκα και ο καθηλωμένος σε αναπηρικό καροτσάκι γιος της. Ο άντρας γνωρίζει τον δεύτερο την τελευταία νύχτα πριν την αναχώρησή τους, κι εκείνος του δίνει να δοκιμάσει ένα εκπληκτικό κυνηγετικό μαχαίρι.

A Perfect Day for Kangaroos: Κάποιος πηγαίνει με τη φίλη του στο ζωολογικό κήπο για να δούνε ένα νεογέννητο καγκουρό, το οποίο έχει στο μεταξύ μεγαλώσει. Εκείνη τον τρελαίνει στις ερωτήσεις.

Dabchick: Η παράξενη ιστορία ενός άντρα, που ακολουθώντας κάτι, κάθε άλλο παρά συνηθισμένες οδηγίες, φτάνει σ’ ένα περίεργο μέρος για δουλειά. Εκεί, οι της ασφαλείας, απαιτούν να τους πει τη λέξη-σύνθημα για να του επιτρέψουν την είσοδο, αλλά αυτός δεν την ξέρει.

Man-Eating Cats: Τα γεγονότα διαδραματίζονται σ’ ένα ανώνυμο ελληνικό νησί. Εκεί καταφεύγει ο συγγραφέας, μαζί με τη φίλη του Ιζούμι, μετά που οι γάμοι και των δύο διαλύονται. Κάποια μέρα διαβάζει στην εφημερίδα ένα άρθρο, για μια γυναίκα την οποία έφαγαν οι γάτες στην Αθήνα, και ξυπνούν μέσα του παλιοί φόβοι.

A “Pour Aunt” Story: Μια από τις πιο παράξενες ιστορίες στη συλλογή. Ένας άντρας σκέφτεται μια ανύπαρκτη θεία, κι αυτή… φυτρώνει στην πλάτη του. Για όσο καιρό βρίσκεται εκεί, τον κακόμοιρο άντρα απασχολούν υπαρξιακά ερωτήματα, όπως αυτό: «Πού πηγαίνουν τα χαμένα ονόματα;» Στο τέλος αντιλαμβάνεται ότι: «Ο κόσμος όλος είναι μια φάρσα».

Nausea 1979: Για σαράντα συνεχείς μέρες κάποιος κάνει εμετό. Και για σαράντα μέρες κάποιος του τηλεφωνεί, όπου κι αν βρίσκεται, καθημερινά και ψιθυρίζει απλά το όνομά του. Πληρώνει τις πολλές του αμαρτίες;

The Seventh Man: Ένα αγόρι βλέπει το κύμα να καταπίνει τον καλύτερό του φίλο στο διάλειμμα ενός κυκλώνα. Για χρόνια και χρόνια τον κατατρέχουν οι εφιάλτες, αφού μπορούσε να τον σώσει αλλά δεν το έκανε. Ωστόσο στο τέλος καταλαβαίνει ότι για να σωθεί πρέπει ν’ αγκαλιάσει τους φόβους του.

The Year of Spaghetti: Αυτό ήταν το 1971. Για ένα ολόκληρο χρόνο ένας άντρας μαγείρευε καθημερινά σπαγγέτι, επειδή ήθελε να είναι μόνος. «Το ήξεραν οι ιταλοί το 1971 ότι εξήγαγαν μοναξιά;» αναρωτιέται κάπου ο αφηγητής.

Tony Takinani: Η ιστορία ενός τζαζ μουσικού και του γιου του, που είναι σχεδιαστής. Ο πρώτος, αλλάζει τις γυναίκες σαν τα πουκάμισα. Ο δεύτερος δεν ερωτεύεται στ’ αλήθεια μέχρι που γνωρίζει μια γυναίκα, στην οποία αρέσει πάνω απ’ όλα ν’ αγοράζει ρούχα και παπούτσια. Αυτή η συνήθεια θ’ αποδειχτεί κι η καταδίκη τους.

The Rice and Fall of Sharpie Cakes: Ένας άντρας λαμβάνει μέρος σ’ ένα διαγωνισμό, στη διάρκεια του οποίου οι διαγωνιζόμενοι πρέπει να φτιάξουν κέικ βασισμένοι σε μια παραδοσιακή συνταγή. Οι δοκιμαστές είναι κοράκια.

The Ice Man: Μια γυναίκα γνωρίζει έναν άντρα που μοιάζει να είναι φτιαγμένος από πάγο και τον παντρεύεται. Στην αρχή νιώθει ευτυχισμένη αλλά σιγά-σιγά αρχίζει να βαριέται, έτσι του προτείνει ένα ταξίδι στο Νότιο Πόλο. Ξεμένουν τελικά εκεί. Εκείνη μένει έγκυος και είναι σίγουρη ότι θα γεννήσει ένα παγοπαίδι.

Crabs: Ένα ζευγάρι από το Τόκιο επισκέπτεται τη Σιγκαπούρη. Για τέσσερις συνεχείς μέρες τρώνε καβούρια φτιαγμένα με απίθανες συνταγές. Στο τέλος ο άντρας αρρωσταίνει κι αντιλαμβάνεται δύο πράγματα. Το δεύτερο είναι ότι δε θα φάει ποτέ ξανά καβούρια. Το πρώτο το κρατάμε για έκπληξη.

Firefly: «Πάντα διάβαζα και έτσι οι άνθρωποι σκέφτονταν ότι ήθελα να γίνω συγγραφέας. Αλλά δεν ήθελα. Δεν ήθελα να γίνω οτιδήποτε». Κάποιος συναντά τυχαία το κορίτσι του νεκρού του φίλου. Κάνουν σιωπηλά παρέα περπατώντας πολλά χιλιόμετρα κάθε Κυριακή. Τη νύχτα των εικοστών της γενεθλίων κάνουν έρωτα, αλλά μετά…

Chance Traveler: Μια ιστορία συμπτώσεων και… καρκινωμάτων. Τραγική και λυτρωτική την ίδια ώρα. Ο ήρωάς της, κάποιος που δουλεύει σαν κουρδιστής πιάνων λέει: «Όταν εγκατέλειψα την ιδέα να γίνω πιανίστας επιτέλους κατάλαβα πόσο απολαυστικό μπορεί να γίνει το παίξιμο του πιάνου».

Hanalei Bay: Ο γιος μιας πιανίστριας σκοτώνεται, καθώς κάνει σέρφινγκ, από ένα καρχαρία στη Χαβάη. Εκείνη επισκέπτεται κάθε χρόνο για τρεις βδομάδες το μέρος όπου έγινε το κακό. Το φάντασμα του γιου της εμφανίζεται μπροστά στα μάτια δυο νεαρών γιαπωνέζων σέρφερ.

Where I’m Likely to Find It: Μια γυναίκα προσλαμβάνει ένα εθελοντή ντετέκτιβ για ν’ ανακαλύψει τον άντρα της, ο οποίος εξαφανίστηκε ανάμεσα στον 24ο και 26ο όροφο του κτηρίου όπου διέμεναν. Εκείνος πηγαίνει εκεί καθημερινά και γνωρίζει τους υπόλοιπους κάτοικους, αλλά τον άντρα δεν τον βρίσκει. Ωστόσο…

The Kidney-Shaped Stone That Moves Every Day: Εδώ έχουμε δυο ιστορίες, τη μια μέσα στην άλλη. Ένας συγγραφέας γνωρίζει μια μυστηριώδη γυναίκα στην οποία λέει την ιστορία με την πέτρα που έμοιαζε με νεφρό. Ταυτόχρονα αναρωτιέται κατά πόσο αυτή είναι η δεύτερη σημαντική γυναίκα που γνωρίζει στη ζωή του, αφού συνεχίζει να τον κατατρέχει ο αφορισμός του πατέρα του, σύμφωνα με τον οποίο στη ζωή κάθε άντρα αναλογούν τρεις σημαντικές γυναίκες.

A Shinagawa Monkey: Μια γυναίκα ξεχνάει συνεχώς το όνομά της. Για να αποφεύγει τις δύσκολες καταστάσεις φτιάχνει ένα βραχιόλι, πάνω στο οποίο το χαράζει. Όπως θα αποδειχτεί στη συνέχεια, το όνομα το έκλεψε ένας ομιλών πίθηκος, που υπήρξε ερωτευμένος με μια νεκρή συμμαθήτριά της.

Και, τέλος! Μια εκπληκτική συλλογή, που μπορεί να σας χαρίσει αρκετά βράδια αναγνωστικής απόλαυσης. Μη τη διαβάσετε μεμιάς. Καλύτερα είναι να τη χαρείτε λίγο-λίγο, ιστορία την ιστορία, να πλημμυρίσετε από τις εικόνες της, να ταξιδεύσετε με τη φαντασία του συγγραφέα.

Banana Yoshimoto – Lizard

Η Μπανάνα Γιοσιμότο είναι μια απ’ τις πολλές γιαπωνέζες συγγραφείς που είχαν την τύχη να δουν τη δουλειά τους μεταφρασμένη σε διάφορες χώρες του εξωτερικού, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα. Η Μπανάνα Γιοσιμότο είναι μια συγγραφέας που αν έγραφε στα ελληνικά, δεν θα έβρισκε καθόλου εύκολα εκδότη, εκτός κι αν είχε φυσικά τις αναγκαίες γνωριμίες. Και γιατί αυτό; Απλά επειδή γράφει μικρές ιστορίες, επειδή το μακροσκελές μυθιστόρημα αποτελεί κάτι άγνωστο γι’ αυτήν. Αλλά και γιατί το γράψιμό της είναι πολύ απλό, καθόλου επιτηδευμένο. Μπορεί στα κείμενά της, αν το ψάξει κανείς το θέμα, να βρει ένα σωρό ατάκες, αλλά πουθενά δεν θα συναντήσει τη σπουδή. Ακόμη κι εκεί που αναμιγνύει το πραγματικό με το φανταστικό, το κάνει με τόσο απλό τρόπο, που μοιάζει φυσικός. Λες και τα φαντάσματα απλά είναι όλη την ώρα εκεί, τα βλέπουμε καθημερινά και συνομιλούμε μαζί τους. Η λιτότητα, η ελλειπτικότητα, είναι πλούτος, μοιάζει να είναι το μήνυμα που μας έρχεται από την Άπω Ανατολή.
Ο ανά χείρας τόμος φιλοξενεί έξη διηγήματα που κινούνται ανάμεσα στο ρεαλισμό και τη φαντασία, αλλά που έχουν ωστόσο ένα κοινό άξονα: την ελπίδα.
Το Newlywed είναι η ιστορία ενός άντρα, που καθώς επιστρέφει στο σπίτι του, μετά από μια νύχτα διασκέδασης αποφασίζει, έτσι στα ξαφνικά, να μην σταματήσει στο σταθμό του, αλλά να παραμείνει στο τρένο, αφού δεν θέλει να επιστρέψει στη γυναίκα του και την καθημερινή τους ζωή. Από εκείνον ακριβώς, όμως, το σταθμό επιβιβάζεται στο βαγόνι του ένα βρώμικος γέρο αλήτης, ο οποίος πηγαίνει και κάθεται δίπλα του. Όλοι οι υπόλοιποι επιβάτες αλλάζουν βαγόνι αφού δεν μπορούν ν’ αντέξουν τη μυρωδιά του, αλλά εκείνος παραμένει εκεί. Ο φαινομενικά εκείνος παρείσακτος προσπαθεί να τον πιάσει στην κουβέντα, αλλά δεν του απαντά, μέχρι που μεταμορφώνεται, σαν από θαύμα, σε μια ξένη όμορφη γυναίκα, που κάθεται μαζί του και συζητά αυτά που τον απασχολούν, προσφέροντάς του μ’ αυτό τον τρόπο κάποιου είδους λύτρωση.
Το Lizard μιλά για μια γυναίκα που «έμοιαζε σαν φιγούρα από πίνακα του Νταλί,» που από τη στιγμή που είδε ο αφηγητής το τατουάζ με τη Σαύρα στο μηρό της, το ήξερε, όπως μας λέει, ότι έπρεπε να είναι μαζί της. «Φαίνονταν ν’ ανήκει σ’ ένα διαφορετικό είδος ανθρώπου – που ζει μόνιμα στο σκοτάδι.» «Είναι καλή στο να νιώθει από που πηγάζουν οι ασθένειες των ανθρώπων.» «Θέλει να χρησιμοποιήσει το χάρισμα της για να βοηθήσει τους άλλους.» «Εύχομαι να υπήρχε μια ανώτερη δύναμη,» λέει η ίδια, «αλλά δεν υπάρχει, έτσι πρέπει να τα κάνουμε όλα μόνοι μας.» Κι όταν πεθάνει «θέλει να πάει στην κόλαση, επειδή εκεί θα υπάρχουν περισσότεροι για να γιατρέψει.» Η περίληψη, δίχως καμία παρεμβολή, από τον υπογράφοντα.
Σειρά παίρνει το Helix η ιστορία ενός συγγραφέα και της συντρόφου του, που τον καλεί να τη συναντήσει στις εννέα το βράδυ, σε μια καφετέρια που κλείνει στις οκτώ. Εκείνος νομίζει ότι του κάνει πλάκα και προσπαθεί ανεπιτυχώς να επικοινωνήσει μαζί της. Στο τέλος, κι αφού δεν έχει άλλη επιλογή, πηγαίνει στο καθορισμένο σημείο της συνάντησης. Κι εκείνη είναι εκεί – μόνη, μέσα σ’ ένα μαγαζί κλειστό. Αφού τον σερβίρει μια μπύρα, του λέει ότι θα συνοδεύσει μια φίλη της, σ’ ένα πρόγραμμα «αποφόρτισης» από τις περιττές αναμνήσεις, που σε βοηθά να ξεκινήσεις απ’ την αρχή ξανά. Συζητάνε πολύ γι’ αυτό το θέμα καθώς εκείνος προσπαθεί να την πείσει ότι καμιά ανάμνηση δεν είναι περιττή. Εξάλλου, επιμένει, τι θα γίνει αν μαζί με τις κακές αναμνήσεις σβήσει και τις καλές; Εκείνη, είναι αποφασισμένη, και του λέει ότι αυτό είναι αδύνατον να συμβεί. Καθώς φεύγουν από εκεί ακούν μια εκκωφαντική έκρηξη και βλέπουν ένα κτήριο να τινάζεται σχεδόν στον αέρα. Μπροστά στο παράλογο σκηνικό, ο άντρας αφηγητής αρχίζει ν’ αναλογίζεται τη σχέση τους και όλα αυτά που τους κρατάνε μαζί, που τους δένουν δίχως να τους πνίγουν, τις όμορφες κοινές τους αναμνήσεις. Κι εκείνη, σηκώνοντας το βλέμμα του λέει: «Αυτό ήταν πολύ όμορφο. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ.» Έτσι απλά.
Το Dreaming of Kimchee είναι μια ιστορία λαθών και ενοχών. Ένας άντρας χωρίζει από τη γυναίκα του για να παντρευτεί την ερωμένη. Και τους δύο, αλλά περισσότερο τη γυναίκα, την ταλανίζουν οι ενοχές γι’ αυτό που έγινε, για το κακό που προκάλεσε, και όσο περνά ο καιρός τόσο πιο ανασφαλής νιώθει για το γάμο της, αφού η πρώην την προειδοποίησε ότι ο άντρας δεν θ’ αλλάξει ποτέ, ότι πάντα θα κυνηγά άλλες γυναίκες. Μια γλυκόπικρη ιστορία που τελειώνει με ένα κοινό για το ζευγάρι όνειρο (του ύπνου) και το κεράκι της ελπίδας να σιγοκαίει.
Ένα κορίτσι μεγαλώνει στη φύση, ανάμεσα στα μέλη μιας σέκτας, στην οποία προσηλυτίστηκαν οι γονείς της όταν ήταν μικρή. Όταν φτάνει στα δεκαοκτώ της, όμως, νιώθει να πνίγεται στα περιορισμένα όρια της μικρής εκείνης κοινωνίας και φεύγει για την πόλη. Το τι θα δει και πώς θα ζήσει εκεί το μαθαίνουμε μέσα από την ιστορία Blood and Water, που μας μιλά για τους τρόπους που τα αντίθετα πολλές φορές έλκονται, για τους τρόπους που βρίσκει η ζωή να μας δείχνει το δρόμο, που πρέπει ν’ ακολουθήσουμε.
Η συλλογή κλείνει με το A Strange Tale from Down by the River. Και είναι όντως μια παράξενη ιστορία αυτή καθώς μας μιλά για μυστικά και ψέματα, για κόσμους που άλλοτε μας γέμιζαν, αλλά τώρα μας απωθούν, για το πως μπορούμε να βρούμε στο απλό και καθημερινό εκείνο που ψάχναμε στο πολύπλοκο και ψυχοφθόρο. Μια ιστορία για τα κρυμμένα μυστικά που κάποτε βγαίνουν στο φως, άλλοτε για να μας στοιχειώσουν, κι άλλοτε για να μας προσφέρουν τη λύτρωση. Ο κύριος χαρακτήρας είναι μια νέα γυναίκα, που για μια περίοδο της ζωής της ήταν εθισμένη... στο σεξ. Απλά της άρεσε να κάνει σεξ συνέχεια και κατ’ επανάληψη. Με άντρες, με γυναίκες, με πολλαπλούς συντρόφους και τα λοιπά. Μέχρι που κάποια στιγμή αρρωσταίνει κι αποφασίζει ν’ αλλάξει ζωή. Έτσι, σβήνει με μια μονοκοντυλιά το παρελθόν και βάζει πλώρη για το μέλλον. Εκείνο το μέλλον, όπου της έχει ταμένο η μοίρα να γνωρίσει ένα πολύ καλό άντρα, και να μάθει ένα φοβερό μυστικό. Κάποτε, όμως, το παρελθόν και το παρόν της θα συναντηθούν κι αυτό θα απειλήσει τις νέες ισορροπίες. Ποιο να είναι, άραγε, το νήμα, που δένει τα δύο άκρα; Ποιο είναι εκείνο το σημείο όπου συναντιούνται και χωρίζουν; Η συγγραφέας μ’ αυτή την ιστορία μοιάζει να μας κλείνει το μάτι και να λέει: «Κάποια μυστικά είναι καλύτερα να μην μένουνε κρυμμένα.»
Σαν ποτάμι ρέει η αφήγηση σ’ αυτές τις ιστορίες, που μιλάνε για τους ανθρώπους και τις ψυχές, για τις δυνάμεις και τις αδυναμίες τους. Που μας θυμίζουν απλά, ότι είμαστε άνθρωποι.

Banana Yoshimoto – Asleep

Η Μπανάνα Γιοσιμότο είναι η πλέον αγαπημένη μου από τις γιαπωνέζες συγγραφείς, απλά και μόνο επειδή οι ιστορίες της είναι απλές, ουσιαστικές και βαθιά ανθρώπινες. Με εξαίρεση το εξαιρετικό Άμριτα, που θα παρουσιάσω κάποια στιγμή στο μέλλον, όλα τα υπόλοιπα βιβλία της είναι ολιγοσέλιδα καθώς αποτελούνται από διηγήματα και μικρές νουβέλες.
Ολιγοσέλιδο είναι και το Asleep που περιλαμβάνει τρεις ιστορίες, τις οποίες διατρέχει η αίσθηση της απώλειας, η μοναξιά, αλλά και κάποια φυσήματα αισιοδοξίας, αφού οι πρωταγωνιστές του μοιάζουν να θέλουν να μας πουν ότι η ζωή δεν τελειώνει με το θάνατο κάποιου, αλλά συνεχίζεται, ίδια μα διαφορετική, πιο φτωχή μα στο βάθος πλούσια.
Και σ’ αυτά τα διηγήματα τους πιο σημαντικούς ρόλους διαδραματίζουν οι γυναίκες. Οι γυναίκες της Γιοσιμότο. Τι θέλω να πω μ’ αυτό το τελευταίο; Όποιος έχει διαβάσει κάποια από τα βιβλία της θα καταλάβει, οι υπόλοιποι ας αρκεστούν στο πιο κάτω: οι γυναίκες της συγγραφέως κάθε άλλο από συνηθισμένες είναι. Πρόκειται για γυναίκες που μοιάζουν να ζουν μέσα στο κεφάλι τους, να βιώνουν με το δικό τους ξεχωριστό τρόπο τη ζωή, να επικοινωνούν με τα πνεύματα.
Έτσι στην πρώτη ιστορία, το Night and Night’s Travelers, διαβάζουμε για το θάνατο ενός ερωμένου και αδελφού, κάποιου που σκορπούσε πάντα χαρά στο πέρασμά του και για τις γυναίκες που άφησε πίσω του: μια αμερικάνα στις ΗΠΑ, που παντρεύτηκε τελικά κάποιον άλλο άντρα, μα που της σημάδεψε ανεξίτηλα τη ζωή, την αδελφή του, που μας αφηγείται τα γεγονότα, και την ξαδέλφη τους τη Μαρί, με την οποία είχε τρελά ερωτευτεί. Η τελευταία είναι εκείνη που μοιάζει να τον έχει γνωρίσει περισσότερο από κάθε άλλη, αφού η παρουσία του φαίνεται να τη στοιχειώνει ακόμη, κάνοντάς την να νιώθει πράγματα, που η κοινή λογική δεν μπορεί να εξηγήσει.
Το μεταφυσικό στοιχείο είναι εκείνο που κυριαρχεί στο Love Songs. Εδώ έχουμε την ιστορία μιας νέας γυναίκας, που έζησε μαζί με κάποια άλλη για καιρό στη σκιά ενός κοινού εραστή, μέσα στο ίδιο σπίτι, τρέφοντας το εγώ τους με μια κοινή αντιπάθεια. Μέχρι που τις εγκατέλειψε. Τότε, θέλοντας και μη, ακολούθησε η καθεμιά το δικό της δρόμο. Η μια έφυγε στο εξωτερικό κι η άλλη παρέμεινε εκεί, να γλύφει τις πληγές και να πίνει καθημερινά μέχρι τελικής πτώσης, αφού όπως υποστηρίζει, αν δεν πιει δεν μπορεί να κοιμηθεί. Το παρελθόν ωστόσο εξακολουθεί να τη στοιχειώνει, καθώς πού και πού ακούει στον ύπνο της το τραγούδι των νεκρών. Ή μάλλον της νεκρής. Ένα τραγούδι που ηχεί εκκωφαντικά μέσα της και δεν την αφήνει να γαληνέψει. Ακολουθώντας, λοιπόν, τη συμβουλή ενός φίλου της επισκέπτεται ένα μάγο ή τσαρλατάνο, ο οποίος τη βοηθά μέσω μιας εξωσωματικής εμπειρίας να συνομιλήσει με το φάντασμα, που δεν είναι άλλο από την αντίζηλό της.
Το Asleep τέλος είναι η ιστορία ενός παράνομου έρωτα. Ή, ίσως όχι και τόσο παράνομου αφού η γυναίκα του εραστή βρίσκεται σε κώμα. Η ηρωίδα του, από τον καιρό που έμεινε χωρίς δουλειά, αντιμετωπίζει ένα σοβαρό πρόβλημα: κοιμάται όλο και πιο πολύ. Και το κακό είναι ότι δεν μπορεί να κάνει κάτι για να το αλλάξει αυτό. Τα μάτια κλείνουν μόνα τους, με κάθε ευκαιρία, και δεν ανοίγουν με τίποτα, εκτός όταν της τηλεφωνεί ο εραστής της. Αλλά κι αυτό μόνο στην αρχή, αφού στη συνέχεια η κατάσταση θα φτάσει στο απροχώρητο και θα πάψει να απαντά ακόμη και τα δικά του τηλεφωνήματα, αφού της είναι αδύνατο να ξυπνήσει. Μέρα με τη μέρα μοιάζει να πλησιάζει επικίνδυνα τα όρια της απελπισίας, καθώς νιώθει τη ζωή γοργά να την προσπερνά και να χάνεται. Από το αδιέξοδο που αντιμετωπίζει έρχεται να τη βγάλει ένας από μηχανής θεός, σε μια συνάντηση που μοιάζει βγαλμένη από κάποιο παραμύθι. Ζωή, θάνατος, λύπη, χαρά, επιθυμία και λύτρωση, αυτές είναι οι λέξεις-κλειδιά σ’ αυτή την ιστορία.
Τρεις ακόμη όμορφες ψηφίδες στο υπέροχο λογοτεχνικό μωσαϊκό της καλής συγγραφέως.