Showing posts with label νουβέλα. Show all posts
Showing posts with label νουβέλα. Show all posts

Monday, July 23, 2012

Mari Akasaka – Vibrator


Το πιο προκλητικό και πλέον παραπλανητικό στοιχείο σ’ αυτό το βιβλίο είναι ο τίτλος του. Βλέποντάς τον κανείς αναπόφευκτα σκέφτεται ότι θα βρει εδώ μια ιστορία άκρατου ερωτισμού και τα λοιπά τραγικά, αλλά αυτό δεν συμβαίνει. Όχι πώς δεν υπάρχει σεξ στο Vibrator, υπάρχει, αλλά ο Δονητής, στον οποίο αναφέρεται δεν είναι άλλος απ’ αυτόν του τηλεφώνου.

Αν θέλαμε να περιγράψουμε με λίγες λέξεις αυτό το κείμενο θα λέγαμε ότι πρόκειται για μια ιστορία αυτοανακάλυψης. Η πρωταγωνίστριά του, η Ρέι, είναι μια αυτοκαταστροφική γυναίκα που πάσχει από βουλιμία και αλκοολισμό. Αν και επιτυχημένη στην επαγγελματική της ζωή, σαν δημοσιογράφος, στην προσωπική τίποτα δεν μοιάζει να της πηγαίνει καλά. Οι λόγοι είναι πολλοί και διάφοροι και έχουν σαν αφετηρία την παιδική της ηλικία, και πιο συγκεκριμένα ένα περιστατικό που συνέβηκε στην όγδοη τάξη του σχολείου, το οποίο την τάραξε υπερβολικά πολύ: δέχτηκε ένα χαστούκι από κάποιο δάσκαλο.

Τα σημερινά της προβλήματα ωστόσο, όσο κι αν εκκινούν απ’ το χθες, έχουν να κάνουν με μια αίσθηση ματαιότητας που την καταβάλλει πού και πού, με την ανασφάλειά της, μα πάνω απ’ όλα με τις αϋπνίες της.

Η Ρέι είναι σχιζοφρενής, ακούει φωνές στο κεφάλι της και πολλές φορές συγχέει αυτά που συμβαίνουν μέσα εκεί με την πραγματικότητα. Και είναι μόνη. Κι αυτή η μοναξιά την τρελαίνει περισσότερο.

Πίνει για να κάνει τις μέσα της φωνές να σιωπήσουν, ή έστω να γίνουν πιο λίγες. Πίνει κι από μέσα της γελά και δακρύζει. Γελά για την κατάντια της, κλαίει επειδή φοβάται ότι αν συνεχίσει έτσι θα χάσει πια για τα καλά το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή της, τις λέξεις. Γι’ αυτές μιλά ξανά και ξανά, σ’ αυτές κατ’ επανάληψη επιστρέφει:

«Η μαμά μου δεν μπορούσε να καταλάβει πόσο μεγάλη σημασία είχε για μένα η αποδόμηση των λέξεων». «Οι λέξεις υπάρχουν μοναχά εκεί που εκφέρονται». «Θα εξακολουθούσα να χαμογελώ αν δεν υπήρχαν λέξεις;». Κάποτε απελπισμένη σκέφτεται: «Δεν έχω δικές μου λέξεις. Δεν μπορώ να γράψω λέξεις που να μου ανήκουν».

Η Ρέι είναι μια εξαιρετικά ευαίσθητη, μα μισοπεθαμένη ψυχή. Δεν μοιάζει να ζει, αλλά απλά να επιβιώνει. Θέλει να είναι αλλιώς, μα δεν το μπορεί. Παραπαίει στα όρια της κατάθλιψης.

Αυτά μέχρι που μια παγωμένη νυχτιά γνωρίζει σε μια υπεραγορά στο Τόκιο έναν φορτηγατζή. Με που τον αντικρίζει νιώθει μια δόνηση να τη συνταράζει, τη δόνηση του κινητού, που είναι στην τσέπη της. Θ’ αφήσει την κλήση αναπάντητη, απλά και μόνο επειδή είναι στον κόσμο της, κι οι μέσα της φωνές δεν ξέρουν ν’ απαντάνε τα τηλέφωνα. Αντί αυτού θα πληρώσει τις αγορές της, τζιν και λευκό κρασί, και θα βγει στο δρόμο. Εκεί που θα συναντήσει για μια ακόμη φορά τον φορτηγατζή, τον Τακατόσι, τον οποίο και θ’ ακολουθήσει σε διαδρομές εκατοντάδων χιλιομέτρων για δυο μέρες και δυο νύχτες.

Θα νιώσει από την πρώτη στιγμή άνετα μ’ αυτό τον άντρα κι ας της ομολογεί ότι έχει βίαιο παρελθόν. Νιώθει κάποιου είδους ψυχική συγγένεια μαζί του, και, το πιο σημαντικό, όσο είναι δίπλα του οι μέσα της φωνές χαμηλώνουν, μερικές φορές βγάζουν κιόλας το σκασμό.

Αυτό το αυθόρμητο και μακρύ ταξίδι, ίσως στο τέλος ν’ αποδειχτεί η σωτηρία της, καθώς: «Φοβάμαι τους ανθρώπους που δεν μπορώ να αγγίξω», λέει, αλλά τον Τακατόσι και να τον αγγίξει μπορεί, αλλά και να τον καταλάβει. Αυτός, από τη δική του πλευρά, τη δέχεται όπως ακριβώς είναι, με όλες τις παραξενιές της, κι αυτό είναι πολύ σημαντικό. Ο ένας βρίσκει στον άλλο ό,τι χρειάζεται, αλλά και οι δύο γνωρίζουν ότι η συνύπαρξή τους δεν θα κρατήσει και πολύ. Σ’ αυτή την περίπτωση ωστόσο το λίγο είναι αρκετό.

Όμορφη, ποιητική και οικονομημένη γραφή, που κάπου θυμίζει Μπανάνα Γιοσιμότο, αλλά στο πιο ερωτικό της.

Tuesday, July 3, 2012

Haruki Murakami – Hear the Wind Sing


Το Hear the Wind Sing είναι ένα από τα «αποκηρυγμένα» κείμενα του Χαρούκι Μουρακάμι, ένα δηλαδή από εκείνα τα βιβλία που δεν θέλει να εκδοθούν ποτέ ξανά (αν και σύμφωνα με κάποιες φήμες που φτάνουν στ' αυτιά μου ίσως και να το κάνει, αλλά μόνο στα αγγλικά), αφού τα θεωρεί κατώτερα των προσδοκιών ή της φήμης του.

Όπως και νάχει, το συγκεκριμένο βιβλίο αποτελεί κατά κάποιο τρόπο μια ιστορία ενηλικίωσης, αν και οι πρωταγωνιστές του, όταν διαδραματίζονται τα γεγονότα δεν είναι ακριβώς έφηβοι.

Αυτή είναι η ιστορία του ανώνυμου αφηγητή και του φίλου του, Αρουραίου. Πρόκειται για δύο νέους άντρες, που προσπαθούν μέσα από συζητήσεις, διαβάσματα, μικρές και σχεδόν αδιάφορες περιπέτειες, να βρουν το δρόμο τους σ’ αυτό τον κόσμο.

Τι τους ενώνει; Καταρχήν το ότι γνωρίστηκαν κάτω από ασυνήθιστες συνθήκες, στη διάρκεια ενός αυτοκινητιστικού δυστυχήματος, αλλά κατά κύριο λόγο το ότι κρύβουν κι οι δυο μέσα τους πολλή σκοτάδι: «Οι άνθρωποι με σκοτεινές ψυχές δεν μπορούν παρά να έχουν σκοτεινά όνειρα. Οι άνθρωποι με αληθινά σκοτεινές ψυχές δεν μπορούν παρά να ονειρεύονται».

Οι αμπελοφιλοσοφίες και η μπυροποσία μοιάζουν να είναι τα μεγάλα τους ατού, τουλάχιστον στα δικά τους μάτια. Έτσι ο Αρουραίος υπόσχεται στον εαυτό του «να λέει μονάχα τα μισά απ’ όσα σκέφτεται», ακόμη κι αν θεωρεί ότι «η ζωή είναι άδεια», ενώ και τα ψέματα δεν τον πολυχαλούν αφού: «Αν λέγαμε μόνο την αλήθεια, τότε η αλήθεια θα έχανε μέρος από την αξία της».

Οι δυο φίλοι μοιάζουν να συμπληρώνουν ο ένας τον άλλο αν και περισσότερο φαίνονται να σπαταλούν τη ζωή όταν είναι μαζί παρά να τη ζούνε. Τίποτα συναρπαστικό δεν τους συμβαίνει, η μια μέρα ακολουθεί την άλλη ατάραχα, οι συζητήσεις δίνουν και παίρνουν, μα τίποτα δεν αλλάζει. Ζουν μέσα στα κεφάλια τους. Ακόμη και όταν βρίσκουν ένα κορίτσι στο δρόμο μεθυσμένο και το οδηγούν στο σπίτι του, τίποτα δεν συμβαίνει. Κι ακριβώς επειδή δεν συμβαίνει τίποτα, την επόμενη μέρα όταν η κοπέλα συνέρχεται, δεν πιστεύει ότι δεν την εκμεταλλεύτηκαν. Στο σύγχρονο κυνικό κόσμο όπου ζει δεν μπορεί να πιστέψει ότι βρέθηκαν κάποιοι που απλά προσφέρθηκαν να τη βοηθήσουν.

Ο καιρός αργά ή γρήγορα περνά, οι δύο φίλοι συνεχίζουν να διαβάζουν πεισματικά νεκρούς συγγραφείς (ανάμεσά τους ο Νίκος Καζαντζάκης και το «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται») και κάποτε αναπόφευκτα οι δρόμοι τους χωρίζουν. Ο Αρουραίος, που αν και ευκατάστατος μισεί «τους πλούσιους επειδή δεν έχουν φαντασία», γίνεται συγγραφέας, ενώ ο αφηγητής καταλήγει παντρεμένος στο Τόκιο.

«Πρέπει να σκεφτόμαστε διαρκώς για να επιβιώσουμε», διαβάζουμε κάπου, κι αυτό το βιβλίο προσφέρει πολλή τροφή για σκέψη. Όντως, δεν είναι ένα από τα καλύτερα του συγγραφέα, αλλά είμαι σίγουρος ότι οι πιστοί του φίλοι, αν το έπαιρναν στα χέρια τους, θα το διάβαζαν με ευχαρίστηση.

Friday, September 3, 2010

Ryunosuke Akutagawa - Kappa

Δυο απορίες γεννήθηκαν στο μυαλό μου όταν ξαναδιάβασα αυτή τη νουβέλα μετά από δεκατρία τόσα χρόνια: Α) Πώς και εκδόθηκε και στην Ελλάδα; Β) Αν την είχε γράψει κάποιος έλληνας συγγραφέας θα είχε άραγε δει ποτέ το φως της μέρας;
Θα απαντήσω στο δεύτερο ερώτημα πρώτα μ’ ένα ξερό: Όχι! Αλλά, ας προσθέσω μία ακόμη λέξη: Αποκλείεται. Όσο για την απάντηση στην πρώτη ερώτηση είναι κι αυτή απλή: εκδόθηκε στην Ελλάδα επειδή ο συγγραφέας είχε πεθάνει το 1927, οπότε τα πνευματικά δικαιώματα έχουν ήδη λήξει.
Θα με ρωτήσετε τώρα, μα τόσο κακό είναι αυτό το βιβλίο; Η αλήθεια είναι πώς όχι, δεν είναι καθόλου κακό. Είναι πολύ καλογραμμένο μάλιστα, πλούσιο σε εικόνες αποκυήματα μιας ξεχειλίζουσας φαντασίας. Τότε; Απλά είναι τόσο παράξενο βιβλίο, τόσο μικρό και αντιεμπορικό, τόσο εκτός πλαισίων και άγραφων εμπορικών κανόνων, που η έκδοσή του κάτω από διαφορετικές περιστάσεις θα αποτελούσε ένα μικρό ή μεγαλύτερο ρίσκο.
Για τι μιλά το Κάπα; Μα, για τους Κάπα φυσικά, μια φυλή πλασμάτων που ζουν στο έδαφος της Ιαπωνίας ή μάλλον κάτω από αυτό, κρυμμένοι από τους ανθρώπους, κάποιοι από τους οποίους όμως συχνά-πυκνά τους επισκέπτονται. Η κοινωνία των Κάπα είναι μια κοινωνία διαφορετική από την ανθρώπινη, η οποία ωστόσο πού και πού τη θυμίζει πολύ. Οι Κάπα είναι πλάσματα γεμάτη πάθη, χαρές, πίκρες και απογοητεύσεις ακριβώς όπως και οι άνθρωποι, αλλά να, αυτοί βλέπουν διαφορετικά τον κόσμο, μέσα από το δικό τους φακό. Αυτό ακριβώς το βλέμμα προσπαθεί να κατανοήσει ένας άνθρωπος όταν πέφτει στο βασίλειο των Κάπα. Σ’ αυτή του την προσπάθεια θα έχει αρωγό το φιλόσοφο Μαγκ, που έχει μάλιστα γράψει και ένα βιβλίο με τίτλο Τα Λόγια Του Τρελού, από το οποίο αντιγράφουμε:
Αν ζούμε τη ζωή μας με βάση τη λογική, κάποια στιγμή, αναπόφευκτα, θ’ απαρνηθούμε την ύπαρξή μας. Το γεγονός ότι ο Βολταίρος, που θεοποίησε τη λογική, τελείωσε ευτυχισμένα τη ζωή του αποδεικνύει ότι το ανθρώπινο ον δεν είναι τόσο εξελιγμένο όσο ο Κάπα.
Και σαν εξελιγμένη φυλή που είναι οι Κάπα έχουν και το δικό τους θεό, ο οποίος: «..έπλασε αυτό τον κόσμο σε μία μόνο μέρα. Παρόλο που χρησιμοποιούμε τη λέξη δέντρο στη φράση Δέντρο της Ζωής, δεν υπάρχει τίποτε που να μην μπορεί να κάνει. Όπως ήταν φυσικό, δημιούργησε και το θηλυκό του είδους Κάπα. Όταν βρήκε κάπως μονότονη την ύπαρξή της, η θηλυκή Κάπα άρχισε να ψάχνει για τον αρσενικό Κάπα. Κι ο θεός μας, που τη λυπήθηκε, πήρε το μυαλό της και έφτιαξε τον αρσενικό Κάπα. Έπειτα, αφού ευλόγησε το ζευγάρι, τους είπε: Φάτε. Ενωθείτε. Ζήστε έντονα».
Η νουβέλα αυτή αποτελεί ένα απολαυστικό ανάγνωσμα, αλλά δυστυχώς δεν μπορώ να σας συστήσω να την αγοράσετε αφού ίσως να μην συμπίπτει με τα γούστα σας και μετά θα έχω εγώ το... κρίμα στο λαιμό μου!

Ryu Murakami – Piercing

Ο γιαπωνέζος Ρίου Μουρακάμι θεωρείται ένας από τους καλύτερους συγγραφείς ψυχολογικών θρίλερ. Τα περισσότερα μυθιστορήματά του είναι ολιγοσέλιδα και συχνά-πυκνά επιλέγει να γράφει στο πρώτο πρόσωπο χρησιμοποιώντας τη «φωνή» κάποιας νέας γυναίκας, κάτι που δε συμβαίνει εδώ. Ωστόσο, αυτό δεν αφαιρεί κάτι από την αφήγηση αφού ένα τρίτο μάτι είναι εκείνο ακριβώς που χρειάζεται για να πει αυτή την ιστορία όπως της πρέπει.
Το Piercing είναι η ιστορία του Kawashima και της Chiaκi, δύο φαινομενικά αντίθετων χαρακτήρων, που ωστόσο έχουν κάτι κοινό: κρύβουν ο καθένας το δικό του σκοτεινό μυστικό. Ο πρώτος νιώθει έντονα την επιθυμία να σκοτώσει κάποιο και η δεύτερη αυτοτραυματίζεται ξανά και ξανά, περιμένοντας κάποια ευγενική ψυχή, ένα από μηχανής θεό να έρθει και να τη σώσει. Και οι δύο επίσης δεν έχουν και την καλύτερη ιδέα για τον εαυτό τους, πάσχουν από έλλειψη αυτοπεποίθησης, ειδικά η κοπέλα η οποία ομολογεί: «Αυτή είμαι εγώ: μια γυναίκα με την οποία οι άλλοι άνθρωποι θα ένιωθαν ντροπή να κυκλοφορούν μαζί της».
Τα πάθη και τα σκοτεινά τους μυστικά θα οδηγήσουν τον ένα κοντά στον άλλο. Ο άντρας πρέπει να σκοτώσει κάποια για να σώσει το νεογέννητο παιδί του από τα φονικά του ένστικτα, κι η γυναίκα, που βγάζει το ψωμί της σαν πόρνη, πρέπει να χαρακώσει και πάλι το κορμί της για να εξαγνιστεί. Η συνάντησή τους θα είναι συνταρακτική και αιματοβαμμένη, στα όρια του τρόμου και της απόγνωσης.
Σ’ αυτή την ιστορία δεν υπάρχουν θύματα και θύτες, όλοι θύματα είναι, και οι ανατροπές των ρόλων αποδεικνύουν του λόγου το αληθές. Οι ήρωές μας χρειάζονται ο ένας τον άλλο, κι ας μη δείχνουν να το καταλαβαίνουν, αφού αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Ο ένας φλερτάρει με το φονικό κι η άλλη με το θάνατο. Η τελευταία κλέβει την ικανοποίηση που θα χάριζε στον πρώτο το έγκλημα, ο δεύτερος ουσιαστικά σώζοντάς την από τον εαυτό της την κάνει να εκτιμήσει λίγο περισσότερο τη ζωή. Καθώς το ένα γεγονός ακολουθεί το άλλο, καθώς μιλάνε όλο και πιο πολύ, τόσο και οι ομοιότητές τους βγαίνουν στο φως, τόσο και ξαλαφρώνουν. Στο κάτω-κάτω της γραφής: «Όλοι θέλουν να μιλάνε για τον εαυτό τους, και όλοι θέλουν να ακούνε τις ιστορίες των άλλων, έτσι ώστε να παριστάνουν τη μια τους ρεπόρτερ και την άλλη τις διασημότητες… Αυτό ακριβώς συμβαίνει. Όλοι τριγυρνάνε εδώ κι εκεί και συγκρίνουν τις πληγές τους μ’ εκείνες των άλλων».
Αυτή η νουβέλα δεν προσφέρεται για ανάγνωση απ’ τον καθένα, αφού διεισδύει με τρόπο σκληρό και ωμό στα σκοτάδια κάποιων ψυχών και περιγράφει χωρίς περιστροφές τις κακές επιρροές και τις διαστροφές τους. Πρόκειται για μια σκοτεινή ιστορία μέσα στην οποία πού και πού τρυπώνει λίγο φως. Λιτή, άμεση, καλογραμμένη.

Hitomi Kanehara – Snakes and Earrings

Διαβάστε βιογραφικό:
Η Χιτόμι Κανεχάρα γεννήθηκε στο Τόκιο στις 8 Αυγούστου του 1983. Της απονεμήθηκε το Subaru Prize για τη λογοτεχνία το 2003 και το Akutagawa Prize το 2004 για την πρώτη της νουβέλα, Hebi ni piasu (Γλώσσα φιδιού, ο τίτλος στα ελληνικά). Η δεύτερή της νουβέλα, Ash Baby (Μωρό της Στάχτης), κυκλοφόρησε στην Ιαπωνία το 2004.
Διαβάζοντας τα πιο πάνω τίθεται αμέσως το ερώτημα: Μα είναι τρελοί αυτοί οι ιάπωνες; Ως γνωστόν, ναι είναι. Αλλά είναι και γνωστικοί. Κι ο τρόπος σκέψης τους είναι πολύ διαφορετικός απ’ το δικό μας. Γι’ αυτό και δεν περιμένουν να γεράσει κάποιος συγγραφέας για να τον βραβεύσουν. Γι’ αυτό και βραβεύουν εικοσάχρονα κορίτσια. Γι’ αυτό και τιμούν τους συγγραφείς της αστυνομικής λογοτεχνίας. Καμία σχέση με το τι συμβαίνει στα μέρη μας δηλαδή.
Τώρα θα με ρωτήσετε: αυτό το βιβλίο άξιζε όντως να βραβευτεί; Για βιβλίο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα σίγουρα ναι. Για τα δύο με τα οποία τιμήθηκε, μάλλον. Και λέω μάλλον αφού δεν έχω γνώση του ποια άλλα βιβλία κυκλοφόρησαν στη χώρα εκείνη τη χρονιά. Εξάλλου, η Κανεχάρα γράφει καλά – πολύ καλά, θα έλεγα.
Το «Γλώσσα φιδιού» είναι ένα βιβλίο σκληρό που γίνεται πού και πού τρυφερό, που μιλά για ένα διαφορετικό τρόπο ζωής, καθόλου καθώς πρέπει, σκοτεινό κι ανέλπιδο. Είναι η ιστορία της Λουί, του Άμα και του Σίμπα-σαν. Τριών πολύχρωμων χαρακτήρων που ζουν στο περιθώριο της ζωής, αλλά μέσα σ’ αυτή, που γνωρίζουν τις συμβάσεις, αλλά δεν τις αναγνωρίζουν.
Όλα αρχίζουν όταν η Λουί, που μοιάζει με μπάρμπι με πολλά σκουλαρίκια, γνωρίζει τον Άμα, που μοιάζει με φρικιό με ακόμη περισσότερα. Τα βρίσκουν αμέσως μεταξύ τους, κι η πρώτη μετακομίζει στη στιγμή στο σπίτι του δεύτερου. Τι την έκανε να τον προσέξει απ’ την πρώτη στιγμή; Μα, η διχαλωτή του γλώσσα, μια γλώσσα φιδιού, την οποία εκείνος είδε κι έπαθε μέχρι ν’ αποκτήσει και την οποία εκείνη επίσης ποθεί. Αλλά, δεν ποθεί μονάχα αυτή, αλλά και το πιο πρωτότυπο τατουάζ που έγινε ποτέ στην Ιαπωνία. Κι αυτά ακριβώς είναι που την οδηγούν, παρέα με τον Άμα, στο εργαστήρι του Σίμπα-σαν – ενός μάστορα στην τέχνη του τρυπήματος και των τατουάζ. Τότε είναι που αρχίζει και η πτώση.
Η Λουί είναι ένας χαρακτήρας των άκρων. Της αρέσει να πέφτει όλο και πιο πολύ, να βυθίζεται δίχως ενδοιασμούς στα σκοτάδια της σωματικής αμαρτίας και της ψυχικής αβύσσου. Μοιάζει να ζει για να υποφέρει, κι αυτός ακριβώς ο πόνος είναι που την κρατά ζωντανή. Έτσι, ενώ είναι με τον Άμα δεν διστάζει να πάει στο κρεβάτι με τον Σίμπα-σαν, κάποιον που της ομολογεί καθαρά ότι θέλει να την σκοτώσει, ενώ εκστασιάζεται στην ιδέα της μελλοντικής διχαλωτής της γλώσσας τόσο πολύ, που φροντίζει να την αποκτήσει όσο πιο γρήγορα μπορεί οδηγώντας τον εαυτό της στο απόγειο του σωματικού πόνου, στα όρια της παράνοιας. Ο Άμα από την άλλη είναι μεν ένας ψηλός σκληρός τύπος, γεμάτος τατουάζ και τρύπες, αλλά είναι και ευαίσθητος και αγαπά τη Λουί πραγματικά, αφού είναι πρόθυμος να κάνει τα πάντα για κείνη, ν’ αλλάξει ακόμη και την εμφάνισή του, να φτάσει μέχρι και το φόνο. Τέλος, ο Σίμπα-σαν μοιάζει να είναι ένας άνθρωπος δίχως ίχνος ανθρωπιάς πάνω του. Κάποιος που του αρέσει να προκαλεί πόνο, κι ίσως ακριβώς γι’ αυτό διάλεξε το επάγγελμα που κάνει. Ωστόσο, δεν είναι χαμένη υπόθεση η δική του και θα χρειαστεί μια τραγική ανατροπή για να βγάλει στο φως τα υπολείμματα καλοσύνης που κρύβει καλά μέσα του.
Το «Γλώσσα φιδιού» είναι ένα βιβλίο χαρακτήρων, με σκληρή γλώσσα. Η συγγραφέας καθόλου δεν χαρίζεται στους ήρωές της και δεν κάνει εκπτώσεις σ’ αυτά που θέλει να πει – κι αυτά είναι πολλά, καθώς διυλίζει μια σχετικά αόρατη όψη της ιαπωνικής κοινωνίας με τη γραφίδα της και φέρνει στο φως πράγματα που οι «πολιτικώς ορθοί» συμπατριώτες της δεν θέλουν να δουν. Πράγματα που γνωρίζουν, αλλά επιμένουν να αγνοούν. Σεξ, βία, ναρκωτικά, αλκοόλ, πορνεία, φοβίες – όλα περνούν από το μικροσκόπιο της Κανεχάρα, κάνοντας αυτό το ολιγοσέλιδο πόνημά της ένα καθ’ όλα αξιόλογο ανάγνωσμα.
Δεν θα το σύστηνα σε αναγνώστες με αδύναμο... στομάχι.

Banana Yoshimoto – N.P.

Μία ακόμη ξεχωριστή νουβέλα από μια από τις κορυφαίες γιαπωνέζες συγγραφείς, την Μπανάνα Γιοσιμότο.
Το N.P. είναι ο τίτλος της τελευταίας συλλογής διηγημάτων ενός δυστυχισμένου γιαπωνέζου συγγραφέα που ζούσε στις Ηνωμένες Πολιτείες και έγραφε στ’ αγγλικά, του Σακάο Τακάσε, ο οποίος αυτοκτόνησε στα σαράντα οκτώ του χρόνια, αφήνοντας πίσω του τρία παιδιά: δυο νόμιμα κι ένα εξώγαμο, κι αρκετές θρυμματισμένες ζωές.
Το έργο αυτού του γνήσιου τέκνου της Ιαπωνίας μοιάζει να φέρει πίσω του κάποιου είδους κατάρα, αφού όσοι προσπάθησαν να το μεταφράσουν στη μητρική του γλώσσα οδηγήθηκαν στην αυτοκτονία. Ο τελευταίος απ’ αυτούς ήταν ο Σιότζι, φίλος της Καζάμι και βασικής πρωταγωνίστριας σ’ αυτή την ιστορία.
Αυτός ο θάνατος, αλλά και η τελευταία και πιο τραγική, αυτοβιογραφική ιστορία του συγγραφέα είναι που φέρνουν κοντά και απομακρύνουν ταυτόχρονα το ένα από το άλλο, όλα τα παιδιά και θύματά του. Λέω «θύματά του» αφού ο Σακάο με τα γραπτά και τις πράξεις του, μοιάζει να είναι εκείνος που κινεί τα νήματα στις ζωές των απογόνων του, ακόμη και μέσα από τον τάφο.
Μια ιστορία σκληρή και τρυφερή είναι αυτή που ξετυλίγεται μέσα από τις σελίδες του N.P. Μια ιστορία για μυστικά και ψέματα, για ματωμένες αλήθειες και καταρρακωμένες ψυχές, για το σκοτάδι που κρύβουμε μέσα μας, για τις εμμονές μας. Εκείνο που μας εκπλήσσει σ’ αυτό το βιβλίο δεν είναι οι συνταρακτικές αποκαλύψεις του, ούτε η απλότητα με την οποία η συγγραφέας περιγράφει τα «ανήκουστα», αλλά η ζεστασιά με την οποία η τελευταία αγκαλιάζει τους ήρωές της. Σαν να μας λέει: όλοι άνθρωποι είμαστε, όλοι λάθη κάνουμε, κι αξίζουμε τη συγχώρεση.
Ωστόσο, δεν είναι η αφηγήτρια Καζάμι, που κλέβει την παράσταση σ’ αυτή τη σε πρώτο πρόσωπο ειπωμένη ιστορία, αλλά η Σούι, η εξώγαμη κόρη του Σακάο που θα γίνει κι ερωμένη του, κι η οποία μετά το θάνατό του θα τα φτιάξει με το γιο του, τον Οτοχίκο. Η Σούι είναι μια τραγική ηρωίδα που ξεχειλίζει από ζωή, ένα πολύχρωμο κορίτσι με ντυμένη στα μαύρα την ψυχή, μια γυναίκα-πόνος, που μοιάζει να ψάχνει απεγνωσμένα τη λύτρωση από ένα παρελθόν που είναι χαραγμένο μέσα της, που στοιχειώνει την κάθε μέρα της, που την οδηγεί φαινομενικά αμετάκλητα στα μπουντρούμια της τρέλας. Η Σούι είναι ένας χαρακτήρας αξέχαστος, που δεν μπορεί να φανταστεί «μια ζωή δίχως κάποια ιστορία» κι η οποία μπορεί να δει όσα οι άλλοι αδυνατούνε, «μεθυσμένοι,» καθώς είναι «απ’ τις αναμνήσεις» τους.
Δίπλα και στη σκιά των πιο πάνω παραδέρνει η Σάκι, το άλλο παιδί του μακαρίτη, μια γυναίκα που μοιάζει να ξέρει τι θέλει να κάνει στη ζωή της, αλλά δεν βρίσκει τον τρόπο.
Η Γιοσιμότο αποδεικνύει για μια ακόμη φορά πόσο καλά ξέρει τις γυναίκες της, τις οποίες αναλύει διεξοδικά στη διάρκεια της αφήγησης, αλλά και ελλειπτικά, όπως σχεδόν πάντα. Τα πολλά λόγια είναι φτώχεια, μοιάζει να μας λέει για μία ακόμη φορά, καθώς την αβανταδόρικη ιστορία της τη συμπυκνώνει σε 194 μόλις σελίδες (στην αγγλική έκδοση) – σελίδες που αναπνέουν ελεύθερα, δίχως περιττά βαρίδια.
Μέσα από τα βιβλία της Γιοσιμότο, της Σακουράι και του Ρίου Μουρακάμι, μοιάζει να φτάνει στ’ αυτιά μας το μήνυμα ότι το «μικρό είναι όμορφο», κι αυτό είναι ενθαρρυντικό σε μια εποχή που τα μυθιστορήματα αρχίζουν και αποκτούν όλο και μεγαλύτερο όγκο, όλο και λιγότερη ουσία.

Banana Yoshimoto – Goodbye Tsugumi

Σαν μια μπαλάντα -μια γλυκόπικρη, μελαγχολική, αλλά την ίδια ώρα αισιόδοξη μπαλάντα- για το χρόνο που περνάει, για τους ανθρώπους και τις μνήμες που μας σημαδεύουν. Έτσι ακριβώς θα χαρακτήριζα αυτή τη νουβέλα της Μπανάνα Γιοσιμότο.
Αυτή η γιαπωνέζα συγγραφέας έχει μια μοναδική ικανότητα να σε κάνει να σκέφτεσαι σαν αυτοβιογραφικές όλες τις αφηγήσεις της. Καθώς συνηθίζει να γράφει στο πρώτο πρόσωπο, με μια γραφή που στα μάτια του αναγνώστη φαντάζει αθώα και πολύ αυτοαναφορική, καταφέρνει και πείθει πώς αυτά που περιγράφει τα έζησε.
Ετούτη η ιστορία μιλάει για τη Μαρία, τη Γιόκο και την Τσουγκούμι. Κυρίως για την Τσουγκούμι, που είναι ένας χαρακτήρας δουλεμένος με συγγραφικές ψιλοβελονιές. Την αφηγείται όμως η Μαρία, η ξαδέλφη των άλλων δύο, που μεγάλωσε μαζί τους σε μια πανσιόν, σε κάποια ανώνυμη παραλιακή πόλη στην Ιαπωνία.
Μια ιστορία για τρία κορίτσια, λοιπόν; Όχι ακριβώς. Μάλλον μια ιστορία για μια καταραμένη ψυχή, που γεννήθηκε μόνο και μόνο για να πεθάνει. Η Τσουγκούμι είναι άρρωστη εκ γενετής, ζει καθημερινά εν αναμονή του θανάτου, κι αφού δεν έχει τίποτ’ άλλο να χάσει, μεταβάλλεται σε ένα μικρό στην αρχή και μεγαλύτερο στη συνέχεια δυνάστη στις ζωές των γύρω της. Με τα συνεχή της ξεσπάσματα, με την σκληρότητα των λόγων και των πράξεων της, με τους παραλογισμούς της, μοιάζει να θέλει να φωνάξει στους άλλους τη δική της αλήθεια, να τους τη φτύσει κατάμουτρα: Ναι, σας κάνω και υποφέρετε, αλλά εγώ πεθαίνω.
Η αφηγήτριά μας, η Μαρία, είναι κάτι σαν ο ψυχαναλυτής της άτυχης κοπέλας. Την ακούει, την καταλαβαίνει, ανέχεται σχεδόν αδιαμαρτύρητα τα καπρίτσια και τις σκανδαλιές της και όταν μάλιστα μετακομίζει στο Τόκιο για να ζήσουν επιτέλους σαν οικογένεια με τον πατέρα της (που όταν γνώρισε τη μάνα της ήταν παντρεμένος και χρειάστηκε χρόνια και χρόνια για να χωρίσει), κάπου της λείπει η ιδιόρρυθμη ξαδέλφη της. Μετά την πρώτη της χρονιά εκεί, λοιπόν, επιστρέφει στην παραλιακή τους πόλη για να περάσει το καλοκαίρι. Ένα καλοκαίρι στη διάρκεια του οποίου θα συμβούν πολλά και συνταρακτικά που θα φέρουν τα πάνω κάτω σε όλων τις ζωές: Η Τσουγκούμι θα νιώσει, το ανήκουστο, συμπάθεια για ένα σκύλο, θα ερωτευτεί, θα φλερτάρει με το έγκλημα και θα φτάσει μιαν ανάσα πριν απ’ το θάνατο. Μέσα από τις αφηγήσεις του σήμερα και τις αναπολήσεις του χθες η Μαρία μας σκιαγραφεί με μαεστρία περισσή την προσωπικότητα της ξαδέλφης της, που έζησε μια ζωή είτε μέσα στον πόνο είτε προκαλώντας τον. Και είναι μια προσωπικότητα αξέχαστη, μια ηρωίδα τόσο παράξενη, που καταντά συναρπαστική. Και έχει και χιούμορ -μακάβριο, αλλά χιούμορ- αφού μόνο και μόνο για να ενοχλήσει τη... μελλοντική της βιογράφο, κάθεται και μαθαίνει πώς να γράφει με τον γραφικό χαρακτήρα του μακαρίτη του παππού τους και μετά πηγαίνει, δήθεν τρομαγμένη, το γράμμα στη Μαρία λέγοντάς της ότι το βρήκε στο γραμματοκιβώτιο, που όταν ήταν μικρές θεωρούσαν στοιχειωμένο. Η καημένη η κοπέλα διαβάζοντάς το, γραμμένο όπως είναι με τον τρόπο του αγαπημένου της παππού, νιώθει να της κόβεται η αναπνοή, αλλά ακόμη και τότε η άλλη δεν της λέει ότι πρόκειται για φάρσα. Την αφήνει να ζήσει τον εφιάλτη για να της αποκαλύψει την αλήθεια κάποια άλλη, άσχετη στιγμή.
Θα μπορούσα να παραθέσω ένα σωρό ατάκες και αποσπάσματα απ’ αυτό το βιβλίο, αλλά δεν θα το κάνω (ωστόσο, όποιος ενδιαφέρεται μπορεί να τις βρει στο αγγλόφωνό μου μπλογκ). Θα πω απλά ότι η Γιοσιμότο μας χάρισε για μια ακόμη φορά ένα μικρό λογοτεχνικό διαμάντι: Λιτό, απέριττο, μεστό, τρυφερό και απολαυστικό!