Showing posts with label Τζουνίτσιρο Τανιζάκι. Show all posts
Showing posts with label Τζουνίτσιρο Τανιζάκι. Show all posts

Thursday, November 25, 2010

Τζουνίτσιρο Τανιζάκι – Το ημερολόγιο ενός τρελού γέρου

«…Αν όλα τα σημεία της ομορφιάς είναι ίσης αξίας, τότε η γυναίκα με τον κακό χαρακτήρα είναι αυτή που θα με τραβήξει… Συμβαίνει να συναντάει κανείς μερικές φορές γυναίκες που το πρόσωπό τους φανερώνει σκληρότητα – αυτές είναι που μου αρέσουν περισσότερο απ’ όλες… Αν έβρισκα μια που να είναι στ’ αλήθεια κακιά, πιστεύω ότι θα ήμουν τρομερά ευτυχισμένος να συζούσα μαζί της ή, αν αυτό δεν ήταν εφικτό, να μπορώ τουλάχιστον να ζω εκεί που ζει κι αυτή και να έχω μαζί της σχέσεις οικειότητας…»
Τα πιο πάνω είναι αρκετά για να μας περιγράψουν τον τρόπο που σκέφτεται ο γέρος, ή αν προτιμάτε ο τρελός γέρος, του τίτλου. Πρόκειται για ένα άντρα πολύ άρρωστο που τίποτα πια δεν περιμένει απ’ τη ζωή. Με τη γυναίκα του κοιμούνται χώρια εδώ και χρόνια, η παρουσία του γιου του τον αφήνει μάλλον αδιάφορο, και με τους λοιπούς συγγενείς δεν έχει πολλά πάρε δώσε. Ένας νεκρός εν αναμονή, λοιπόν, που ωστόσο χάρη σε μια γυναίκα παραμένει πεισματικά γραπωμένος απ’ τη ζωή. Κι η γυναίκα αυτή είναι η Σάτσουκο, η νύφη του, μια πρώην χορεύτρια του Μιούζικ Χολ. Η τελευταία μοιάζει ν’ απολαμβάνει τη ζωή όσο άλλος κανείς, δίχως να ασχολείται με τους καθωσπρεπισμούς και τα Μη, της οικογένειας στην οποία έχει εισέλθει, γι’ αυτό και ο γέρος την ερωτεύεται με πάθος. Ίσως να φταίει το ότι του θυμίζει τα οριστικά χαμένα του νιάτα, ίσως να είναι η απερίγραπτη ομορφιά της και οι παιχνιδιάρικοί της τρόποι, ίσως και το ότι είναι πέρα ως πέρα συμφεροντολόγα, αλλά καθόλου δεν προσπαθεί να το κρύψει.
Το βιβλίο αυτό, θα μπορούσαμε να πούμε, ότι είναι το χρονικό μιας σωματικής αρρώστιας, και η καταγραφή κάποιας άλλης, ψυχολογικής υφής. Ένα σώμα που καταρρέει και φλερτάρει με το θάνατο, μια ψυχή με λάγνες αναλαμπές που το κρατούν στη ζωή. Κι ο αγώνας. Ο καθημερινός αγώνας την έκβαση του οποίου μαθαίνουμε από τα ημερολόγια. Ένας αγώνας από χέρι χαμένος, που ωστόσο προσφέρει στον «αθλητή» μεγάλες συγκινήσεις.
Διαβάζοντας κανείς αυτό το βιβλίο αντιλαμβάνεται ότι ο γέρος δεν είναι και τόσο τρελός: ότι απλά προσπαθεί να ζήσει κάτι το μοναδικό προτού πεθάνει. Και κάνει ό,τι κάνει όχι παρασυρμένος από τις σχεδόν ανύπαρκτες ερωτικές ορμές του, αλλά έχοντας σώας τας φρένας. Τα βλέπει όλα σαν ένα παιχνίδι, ένα παιχνίδι που πάντα παραμένει ισόπαλο, αφού στη διάρκειά του οι δύο άμεσα ενδιαφερόμενοι, σημειώνουν ο καθένας τις δικές του νίκες. Του ενός είναι λάγνα πνευματικές, της άλλης ευδόκιμα υλικές.
Αυτό δεν είναι ένα από εκείνα τα βιβλία τα οποία θα μπορούσε να συστήσει κανείς ελαφριά τη καρδία στους άλλους. Οι φίλοι του Τανιζάκι, και της ιαπωνικής λογοτεχνίας γενικότερα, μάλλον θα το απολαύσουν, αλλά κάποιοι άλλοι ίσως το θεωρήσουν από ενοχλητικό, ως πληκτικό και διεστραμμένο. Ωστόσο, δε λέει κάτι το πρωτόγνωρο για την εποχή μας, οπότε μάλλον και δεν τίθεται θέμα πρόκλησης.
Η μετάφραση του Παναγιώτη Ευαγγελίδη, ως συνήθως, πολύ καλή, αλλά θα ήθελα να επισημάνω ότι οι (χρήσιμες πάντοτε) σημειώσεις, ειδικά στις πρώτες σελίδες του κειμένου, καταντούν κουραστικές και αποσπούν την προσοχή από το κυρίως περιεχόμενο. Ίσως θα ήταν καλύτερα να τυπώνονταν σε ένα ένθετο στο τέλος του βιβλίου.

Thursday, October 14, 2010

Τζουνίτσιρο Τανιζάκι – Σβάστικα

Μην αφήσετε να σας παρασύρει ο τίτλος – το βιβλίο αυτό δεν έχει καμία σχέση με τον Χίτλερ και τους ναζί. Αντίθετα είναι μια πρωτότυπη και πολύ τολμηρή για την εποχή της (δεκαετία του 1920 στην Ιαπωνία) ιστορία για την ερωτική σχέση που αναπτύχτηκε ανάμεσα σε δύο γυναίκες και τον αντίκτυπό της στην κοινωνία.
Ο Τανιζάκι μέσα από την ιστορία αυτών των γυναικών, μιας πολύ νέας και εκτυφλωτικά όμορφης φοιτήτριας και μιας παντρεμένης γυναίκας, μιλά με άμεσο τρόπο για τα ερωτικά πάθη και για το που μπορούσαν να οδηγήσουν κάποιον αυτά, αν αφεθούν να ξεφύγουν από τον έλεγχο. Και εδώ ξεφεύγουν, καθώς η Μιτσούκο, η νεαρή καλλονή, καταφέρνει να ξυπνά τον πόθο σε όποιον τη συναντά, άντρα ή γυναίκα, και να απολαμβάνει κάθε στιγμή προσωπικού θριάμβου, αδιαφορώντας για τις συνέπειες. Γεννημένη κατακτήτρια και σε πλήρη επίγνωση της γοητείας της, το θεωρεί δεδομένο ότι οι άλλοι πρέπει να τη λατρεύουν ή ακόμη και να την υπηρετούν. Στο πρόσωπο αυτού του κακομαθημένου παιδιού, η Σονόκο, η δυστυχής παντρεμένη γυναίκα, θα βρει εκείνη τη φλόγα της ζωής, που απουσιάζει από τη σχέση της με τον άντρα της, και θα της αφεθεί απόλυτα, με όλο και πιο τραγικές συνέπειες. Τυφλωμένη καθώς είναι από τον έρωτα φτάνει να σκέφτεται: «…το ν’ αγαπάω έναν άνδρα κρυφά απ’ το σύζυγό μου θα ήταν κακό, όμως τι σημασία έχει αν μια γυναίκα ερωτευθεί μιαν άλλη γυναίκα; Ένας σύζυγος δεν έχει το δικαίωμα να σχολιάζει την οικειότητα που αναπτύσσεται ανάμεσα σε δυο γυναίκες». Ο έρωτας μας κάνει εγωιστές. Και η Σονόκο θα γίνει η απόλυτη εγωίστρια στην προσπάθεια να δικαιολογήσει τις πράξεις της.
Ο συγγραφέας σ’ αυτή τη νουβέλα αναδεικνύεται σ’ ένα εξαιρετικό ανατόμο των ψυχών. Με γραφή άμεση και ρέουσα μας μιλά για τις σκέψεις και τα συναισθήματα των ηρώων, τα αναλύει χωρίς πολλά πολλά και βγάζει κάποια συμπεράσματα, τα οποία όμως δεν καταγράφει, αλλά απλά αφήνει να εννοηθούν μέσα από τις συνομιλίες, στις πράξεις και τις παραδοχές των τελευταίων. Μοιάζει να θέλει να μας πει ότι ο έρωτας είναι όντως ανεξήγητος, και ότι όταν είμαστε ερωτευμένοι δεν σκεφτόμαστε, απλά πράττουμε. Κι αυτό ακριβώς κάνουν εδώ οι δύο γυναίκες, πράττουν. Η μια ζει τον έρωτά της, επικεντρωμένη απόλυτα στο αντικείμενό του, και η άλλη βρίσκει σ’ αυτόν εκείνο ακριβώς το πράγμα που της λείπει: την ολοκλήρωση. Γύρω τους κινούνται κάποιες άλλες φιγούρες, που παίζουν ένα μεγαλύτερο ή μικρότερο αλλά πάντοτε καταλυτικό ρόλο στην υπόθεση: ο επίδοξος και καταχθόνιος υποψήφιος σύζυγος της Μιτσούκο, ο δυστυχής μα γεμάτος κατανόηση άντρας της Σονόκο, και μια υπηρέτρια που θα καταφέρει στους πιο πάνω το πιο επιτήδειο και πλέον επιδέξιο χτύπημα, αυτό που θα επιφέρει την τελική λύση, που δε θα μπορούσε παρά να είναι τραγική.
Αυτό το βιβλίο, αν δε μιλούσε για ένα εν εξελίξει δράμα, θα μπορούσε να γίνει κωμωδία: μια κωμωδία καταστάσεων, που θα θύμιζε σε πολλά τη σύγχρονη εποχή μας. Αλλά ο συγγραφέας έζησε σε μια άλλη εποχή, και σε κάποια άλλα μέρη, έτσι αντί μιας ανάλαφρης ιστορίας μας χάρισε ένα αξιανάγνωστο μυθιστόρημα, που χωρίς να γίνεται ούτε στιγμή βαρετό, μας μιλά με άμεσο τρόπο για τους ανθρώπους και τα πλήθια πάθη τους. Διαβάζεται άνετα μέσα σε τρεις ώρες, αλλά δεν ξεχνιέται εύκολα. Η μετάφραση της Χριστίνας Φακινού είναι πολύ καλή και βάζει κι αυτή το λιθαράκι της στο οικοδόμημα της αναγνωστικής απόλαυσης.